Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Ο δικός μας Θεόφιλος, ο μοναχικός πολυτάλαντος ξεχωριστός μας φίλος . του Στάθη Κοσμάκη

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΗΡΑΚΛΗΣ

Θορυβώδης γειτονιά. Γέλια καὶ κλάματα ξυπόλυτων μικρῶν παιδιῶν, ποὺ παίζουν δοκιμάζοντας τὴν ἀντίληψη ποὺ ἔχουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, μὲ τοὺς νόμους τῆς φύσης. Τὴν βαρύτητα, τὴν ἰσορροπία, τὶς γεύσεις τὶς αἰσθήσεις. Καὶ καθένα ἐπένδυε δομῶντας τὸ ἐγώ του, σύμφωνα μὲ τί κινοῦσε τὶς ψυχικὲς εὐαισθησίες καὶ μηχανικὲς σωματικές του ἱκανότητες.

Ὁ Θεόφιλος, ἀπὸ μικρὸς βρῆκε ἀπαντήσεις στοὺς καθρέπτες. Κοίταζε τὸν ἑαυτό του ἀπ’ ὅλες τὶς ὀπτικὲς γωνίες. Φούσκωνε τὸ στῆθος του, ἀγαποῦσε τὴν ροῦσα κόμη του, ἐκτιμοῦσε τους μύες του καὶ τοὺς γύμνασε καθημερινά.

Ἦταν ἀπὸ φτωχὴ καὶ ἀγροτικὴ οἰκογένεια. ‘Ὄχι ἰδιαίτερα πράγματα. Λίγα ξερο-στρέμματα στὸν κάμπο καὶ κατὰ καιρούς, γουροῦνες μάνες ποὺ περίμεναν πότε θὰ γεννήσουν, γιὰ λίγο κρέας γιὰ τροφὴ καὶ λίγα χρήματα, ὅταν κατάφερναν νὰ πουλήσουν λίγα γουρουνόπουλα.

Κάθε πρωϊ καὶ κάθε ἀπόγευμα, βρέχει χιονίσει, ἔμπαινε στὸ πίσω μέρος ἀπ’ τὸ μηχανάκι, ποὺ μὲ πολὺ κόπο τὸ συντηροῦσε ὁ πατέρας του ὁ Νικόλας ἀπὸ χρόνια καὶ πήγαιναν μαζὶ στὰ ξεροχώραφά τους καὶ στὰ γουρούνια. Καμάρωνε καὶ γιὰ τὸ μηχανάκι, ἀλλὰ περισσότερο γιὰ τὸν Νικόλα τὸν πατέρα του, ποὺ βρῆκε τὸν τρόπο νὰ τὸν κάνει νὰ καταλάβει, ἀπὸ ποὺ κρατάει ἡ σκούφια του, τί εἶναι ὡραῖο καὶ ὄμορφο στὴν ζωὴ καὶ τί τελικὰ ἀξίζει νὰ σέβεται κανεὶς στὴν κοινωνία.

Τοῦ εἶπε τὰ σοβαρὰ κεφάλαια τῆς ἱστορίας τῆς οἰκογένειάς του, ὅπως καὶ γιὰ τὰ βασικὰ κεφάλαια τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου τους, τῆς χώρας τους καὶ τοῦ ἔθνους τους. Καὶ σὰν καλὸ κι εὐαίσθητο παιδὶ ποὺ ἦταν, τὰ κράτησε καλὰ στὸ μυαλό του καὶ μεγαλώνοντας τὰ εἶχε συμπεριλάβει στὶς ἠθικές του ἀξίες.

Την άνοιξη που ζέστενε ο αέρας που του ανακάτευε τα ρούσα και με μπούκλες μαλλιά του, όταν η φύση κι ο ήλιος ζευγάρωναν και ανάγκαζαν τα σπόρια να φύουν, πάνω στο μηχανάκι πηγαίνοντας στα πράματα -έτσι λένε οι κτηνοτρόφοι τα ζά τους – ήδη δεκαπεντάχρονος έβλεπε τα χρώματα των άγριο-λούλουδων και κάτι άνθιζε μέσα του. Κάτι που δεν χώραγε μέσα του και που δεν μπορούσε να το κρατήσει παρά μόνο στην μνήμη του.

Το έψαξε όλο αυτό στους φίλους του, που απ’ όλους, αυτός που τον καταλάβαινε περισσότερο ήταν ο Ηλίας. Μαζί έβαλαν τις λέξεις στά νοήματα. Μαζί, πήγαν στο μαγαζί και πήραν χρώματα και πινέλα. Μαζί άκουγαν μουσικές και χαμογελούσαν ικανοποιητικά στο διάβασμα στίχων και ποιημάτων. Και μαζί έγιναν ξένοιαστοι καβαλάρηδες ακούγοντας ροκιές πάνω στις μηχανές τους, έπαιρναν επαρχιακούς δρόμους που οδηγούσαν σε θάλασσες βουνά και πεδιάδες. Χορτένοντας από χρώματα και μυρουδιές.

Αργότερα αγόρασε ηλεκτρική κιθάρα και ενισχυτή. ‘Όμως στην κοινωνία τους η μουσική παίζονταν μόνο από τα πικ-απ και τα μαγνητόφωνα. Δεν υπήρχαν μουσικοί που θα μπορούσαν να του δείξουν πώς πιάνονταν τα ακόρντα των μουσικών κομματιών που αγαπούσε.

Το μόνο που τον γέμιζε όσο το είχε ανάγκη, ήταν ο πολύ διαθέσιμος πρός αυτόν φίλος του Ηλίας.

Δοκίμαζε την μυϊκή του δύναμη και αισθανόταν τον Ηρακλή να τον κοιτάει από ψηλά ανυπόμονος. Πότε επιτέλους θα μπορέσει να βγάλει αυτές τις δυνάμεις που θέρισε στην μέχρι τώρα ζωή του. ‘Όμως που τα υλικά; Που τα νοήματα, που οι λόγοι κι οι ευκαιρίες. Πού οι συνεργάτες;

Και πέρναγαν έτσι τα χρόνια παρέα με έναν φραπέ τ’ απογεύματα παρατηρώντας τους περαστικούς, ανέραστος κι απο γυναίκα και απο τέχνη. Κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια. Πέθανε κι ο Νικόλας ο πατέρας του και του έμεινε μόνο ο Ηλίας στά γήϊνα κι ο Ηρακλής ο ημίθεος στα αϋλα.

Κάποιοι πίνακες που είχε ζωγραφίσει είχαν πιάσει σκόνη από χρόνια πια. Η κιθάρα άπαιχτη από χρόνια κι αυτή. ¨Οταν πέρναγε δίπλα απ’ τους πίνακες σαν να κουνιώταν τα αγριολούλουδα διψασμένα και με χρώματα αφώτιστα. Κοντά τους η κιθάρα στημένη στον στάτη της, σαν να του φώναζε: Ούτε να με κουρδίσεις πια δεν θες. Τι έπαθες; Κι από μέσα του της απαντούσε: Δεν μπορώ πια. Δεν ξέρω ποιά γλώσσα μιλάς κι ούτε μπορώ να βρώ ένα λεξικό να με βοηθήσει. Κι όσοι μιλούν την γλώσσα σου είναι μακριά κι ούτε θέλουν να μου πουν. Κι αυτά που θέλω εγώ να σε κάνω να τραγουδήσεις, ποιός να τα ακούσει; ‘Άσε με να θυμάμαι πως ήθελα να γίνω ποιητής. Και πως την Χάρη μου την έφαγαν η φτώχια και τα <<πράματα>> κι έφευγε για τον καθημερινό φραπέ με την μηχανή του.

Μέχρι που μιά μέρα, στα περασμένα σαράντα του, εκεί που αέριζε τα μαλλιά του οδηγώντας με πολύ χαμηλή ταχύτητα, για να προλαβαίνει να βλέπει τους γλάρους και τα χελιδονόψαρα του Αιτωλικού, στέλνει η Μοίρα ένα φορτηγό να του σταματήσει την βαρεμάρα, στέλνοντάς τον στα Ηλύσια πεδία να συναντήσει τον ήρωά του τον Ηρακλή και τις κόρες της Μνημοσύνης. Να γεμίσει και να ξανα κατέβει στην γή των αθλίων, μπάς κι αυτή την φορά καταφέρει να δεί την ψυχή του να ανθίζει στην υλική πραγματικότητα και να βιώσει τους άθλους του Ήρωά του. Εις το επανειδείν Θεόφιλε-Ηρακλή.

Termino Cafe

Termino Cafe

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032

Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032