Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η Δική μου Κατοχή, Μιλτιάδης Ρόμπολας

Οι Ρομπολαίοι, αποτελούν το πολυπληθέστερο κομμάτι της Κατοχής. Καταγωγή τους η περιοχή των Σφακιών της Κρήτης. Πήραν μέρος σε όλα τα επαναστατικά κινήματα κατά των Τούρκων της Κρήτης, γι’ αυτό και δέχτηκαν συνεχή και ανηλεή διωγμό. Έτσι, πολλοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί και με ενδιάμεσο σταθμό την Κεφαλοννιά πέρασαν στην Κατοχή.

Ο Μιλτιάδης Ρόμπολας, αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση ανθρώπου, ο οποίος με τις εμπνεύσεις και τα σοφίσματά του δημιουργούσε πάντοτε ευχάριστη ατμόσφαιρα γύρω του. Είχε την ικανότητα να παρουσιάζει δικές του ιστορίες ως αληθινές, που αν δεν ήσουν υποψιασμένος τις πίστευες ή σε έβαζε σε κάποια αμφιβολία. Να το πιστέψω τώρα ή να μη το πιστέψω!

Παρόλο που οι περισσότεροι Ρομπολαίοι της Κατοχής έκλειναν προς τα δεξιά (95%), ο Μιλτιάδης προτιμούσε τον δρόμο του σοσιαλισμού. Μάλιστα δε, όταν το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑ.ΣΟ.Κ.) του Ανδρέα Παπανδρέου πρόβαλλε στον ορίζοντα, αρκετοί κατοχιανοί ήθελαν να πληροφορηθούν περισσότερα περί αυτού. Για πολλούς Η λέξη «σοσιαλισμός» ήταν άγνωστη, όπως και για τον Σπύρο του Καλαντζή (Σίνιας) του μπαρμπα-Πάνου. Στον πλάτανο, στο καφενείο του Ζαχαρία, έπινε το απογευματινό καφεδάκι, διαβάζοντας την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» ο Μιλτιάδης.

Ήρθε, λοιπόν, και κάθισε στο τραπέζι κι ο Σπύρος με τα πολλά γελάδια και τα κτήματα και τον ρωτούσε να μάθει τι είναι ο «σοσιαλισμός» και τι σημαίνει να είσαι σοσιαλιστής. Ρωτούσε τον γείτονά του Μιλτιάδη, γιατί ήξερε ότι απ' όλους τους Ρομπολαίους ήταν πολύ διαβασμένος και με πολλούς προβληματισμούς.

-               Ε, ωρέ, Μιλτιάδη, τι είναι αυτός ο «σοσιαλισμός»;

και η συζήτηση άρχισε:

-               Να σου πω, Σπύρο. Εσύ έχεις, παραδείγματος χάριν, δύο γελάδες. Εγώ δεν έχω καμία. Η φιλοσοφία του σοσιαλισμού λέει να δώσεις και σε μένα τη μία, ώστε να είμαστε ίσοι. Έτσι δεν διδάσκει κι ο Χριστός;

-               Τι λες, μωρέ, αυτό είναι ο σοσιαλισμός;

Κι ο Σπύρος έφυγε «ολοταχώς» κι από τότε δεν ξαναρώτησε να μάθει περισσότερα περι σοσιαλισμού!

Παιδί του Παναγιώτη Ρόμπολα ρίχτηκε από νωρίς στη βιοπάλη και πάλεψε σκληρά. Στην αρχή τσοπάνης σε ξένα κοπάδια, αργότερα φούρναρης, μπακάλης και τελευταία αντιπρόσωπος της εταιρείας ΔΑΚΑΡ για την αγορά βαμβακιού. Γυναίκα του η Αρσινόη (Νόη) από τη Σιβίστα. Μια υπέροχη γυναίκα. Παρά τις οικονομικές και άλλες δυσκολίες το χαμόγελο δεν έλειπε ποτέ από τα χείλη της. Αισιόδοξος άνθρωπος, χαρούμενος, μ' ένα καλό λόγο για όλους.

Σε γιορτινά τραπέζια, συγγενικά ή φιλικά, μάγευε με τη φωνή της, ιδιαίτερα όταν έπιανε σε ψηλό τόνο το τραγούδι. «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι, το σκοτάδι είναι βαθύ κι όμως ένα παληκάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί…».

Στάθηκε δίπλα στον άντρα της, Δούλειψε κι αυτή σκληρά. Πότε να φέρνει τις μπούγλες γεμάτες νερό στο κεφάλι με την πιδιλόγα από το ποτάμι ως πάνω στα μαγαζιά, όπου και ο φούρνος, για ν’ αρχίσει μετά το ολονύχτιο ζύμωμα και το ψήσιμο του ψωμιού.

Είχαν την ευτυχία να χαρούν τα δυο παιδιά τους, τη Μαρία, τον Πάνο, πτυχιούχο της ΑΣΟΕ (Ανώτατη Σχολή Οικονομικών Επιστημών στην Αθήνα), ο οποίος κατείχε διευθυντική θέση σε ιδιωτική εταιρεία.

Την αγωνία του πατέρα την είδα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο του μπαρμπα-Μιλτιάδη, τον Σεπτέμβρη του 1962, όταν έπρεπε να εξοικονομήσει 3.000 δραχμές για την εγγραφή του παιδιού του στη Σχολή.

(Τότε ο φοιτητής πλήρωνε για εγγραφή στο Πανεπιστήμιο και τα βιβλία περί τις 3000 δρχ. Μεγάλο ποσό για τους μη έχοντες, αν σκεφθεί κανείς ότι ο μισθός του δημοσίου υπαλλήλου ήταν μόλις 1.200 δρχ. το μήνα, που σήμερα ισοδυναμούν με 3,50 ευρώ. Να κι ένα απ' τα καλά της Ευρωπαϊκής Ένωσης! Ελπίζω να μη συμφωνείτε!).

Πάντα πρόθυμος να εξυπηρετήσει τον συγχωριανό του, να βοηθήσει τον φίλο, τον συγγενή.

Ως αντιπρόσωπος της ΔΑΚΑΡ την εμπιστευόταν όλοι οι κατοχιανοί, τους οποίους διευκόλυνε με το παραπάνω, είτε αυτό αφορούσε την τιμή του βαμβακιού, είτε τα σχετικά με τις επιταγές. Δεν αδίκησε ποτέ κανένα, δεν «γρατσούνισε» κάποιον!

Επειδή όμως δεν ζούσε σε κοινωνία αγγέλων, δεν ήταν και λίγοι εκείνοι που έσταζαν δηλητήριο απ' το στόμα τους και τον στενοχωρούσαν συχνά, κυρίως για πολιτικούς λόγους. Αλλά έτσι γίνεται δυστυχώς σε κάθε μικρή ή μεγάλη κοινωνία ανθρώπων. Θα υπάρχουν πάντοτε εκείνοι που αρέσκονται να πληγώνουν του διπλανό τους.

 Αλλά καιρός να δούμε μερικά από τα ωραία του Μιλτιάδη.

 1ο " Να, ωρέ κουβαρντά τα χρήματα που ΄χασες!

 Κάθε βράδυ στην ταβέρνα του Ντίνου του Μανέτα δημιουργούνταν μια ωραία ατμόσφαιρα. Το στιφάδο λαγού και τα κοκκινιστά, οι φαλαρίδες και τα παπιά λαδορίγανη  με τη συνοδεία κατοχιανού κρασιού έφερνε σε όλους την ύψιστη απόλαυση και σε μερικούς την έκσταση. Μάτια κατακόκκινα κοίταζαν το υπερπέραν. Κάποιοι άρχιζαν το τραγούδι. Ανθρώπινες στιγμές, πολύ όμορφες!

Αργά τη νύχτα ο Μανέτας έσβηνε τη λάμπα αμιάντου κι ο καθένας, πραβούσε για το κονάκι του, μέσα από το στενά δρομάκια και τις κατηφοριές, υπό το φως της λάμπας πετρελαίου που υπήρχε σε κάποια επικίνδυνα σημεία.

Στο στενό του καφενείου του Λουκά ο Μιλτιάδης πέταξε δυο δεσμίδες χαρτονομίσματα, τα οποία κατά την διάρκεια της γερμανικής Κατοχής είχαν χάσει την αξία κους (τα λεγόμενα "στούκας") , την ώρα που θα περνούσε ο μπαρμπα-Μήτσος ο Ρόμπολας (Καρβέλας), γερό ποτήρι κι αυτός. Ο Μιλτιάδης κρυμμένος λίγο πιο πέρα περίμενε. Να τος και ξεκαμπάει από τη γωνία. Παρόλο το μεθύσι του, διέκρινε έστω και λίγο θαμπά τις δεσμίδες. Σκύβει, τις παίρνει, τις κοιτάζει καλά και τις βάζει στην τσέπη του σακακιού του. Στο άλλο στενό πιο κάτω εμφανίζεται ο Μιλτιάδης και δήθεν αναστατωμένος τον ρωτά:

-               Ωρέ, Μήτσο, έχατα δυο δεσμίδες με πολλά λεφτά, μήπως τις είδες πουθενά;

-               Άσε με, ωρέ Μιλτιάδη, τι μου λες τέτοια ώρα; Εγώ δεν βλέπω μπροστά μου! και συνέχισε το δρόμο για το σπίτι.

Εκεί τον περίμενε η Λάμπρω, η αδερφή του.

-               Λάμπρω, άναψε τη λάμπα.

Άναψε τη λάμπα και τι να δουν: Χρήματα χωρίς καμιά αξία!

Το πρωί της άλλης μέρας, αφού ξενέρωσε απ' το μεθύσι, τραβάει για το φούρνο του Μιλτιάδη και πετώντας τις δεσμίδες πάνω στο μεγάλο τραπέζι του λέει:

-               Να, ωρέ κουβαρντά, τα λεφτά που ’χασες!

 2ο  «Nα σ’ ανάψω το κβέλι;»

 Βαθιά χαράματα ανηφόριζε ο Μιλτιάδης για τα μαγαζιά όπου είχε το φούρνο. Πήγαινε για το ζύμωμα του ψωμιού Σαν έφτασε, τι να δει έξω από την πόρτα.

Ένα κβέλι με αναμμένο το καντηλάκι του φώτιζε μες τη νύχτα. (τα κβέλια ήταν λεπτές ξύλινες κατασκευές ύψους περί τα 80 εκατοστά, σε σχήμα τετράπλευρης πυραμίδας, κομμένης οριζόντια στην κορυφή, όπου τοποθετούσαν ένα μικρό σταυρό. Στις τέσσερις πλευρές είχε τρία τζαμάκια και στη μέση του εσωτερικού μια σανιδούλα σαν πάτωμα, κι εκεί έβαζαν το καντηλάκι που άναβαν κάθε βράδυ. Τα κβέλια ήταν πάνω στους τάφους των νεκρών, στα μνήματα).

Αγουροξυπνημένος και πριν καλά συνέρθει τα χάνει προς στιγμή. Νόμισε πως βρισκόταν κάπου αλλού. Γρήγορα όμως συνήρθε. Κατάλαβε ότι κάποιοι ήθελαν να τον πειράξουν.

Το πρωί, στο καφενείο του Λουκά "ο ΤΡΙΚΑΡΔΟΣ", που πήγε για καφέ, απειλούσε ότι θα πάει στην αστυνομία. Να όμως που ο Κώστας ο Βύσσιος δίνει συνέχεια στο επεισόδιο.

Στέλνει τον μικρό Μήτσο Καρατσώλη, παιδί του μπαρμπα Μούστα, ο οποίος μάθαινε τη ραπτική τέχνη στο ραφτάδικό του μαστρο- Θόδωρου του Διαμαντόπουλου (Ραμαντζής), να πει στον Μιλτιάδη:

-               Μπαρμπα-Μιλτιάδη, να σ' ανάψω το κβέλι;

Πάει ο Μήτσος, και, μ' όλη την παιδική αφέλεια, του το λέει.

Έτσι ακούει ο Μιλτιάδης, αρπάζει το μεγάλο τραπεζομάχαιρο και άγριος, θυμωμένος εισβάλλει στο παπουτσοραφτάδικο που ήταν στον ίδιο χώρο και βλαστημώντας:

-               Γαμώ τα κτάλια απ' το σπίτι τ', γαμώ τ' κολυμπήθρα τ’ , ποιος είν' αυτός π' θέλ' να με πράξ’ ; θα τον σφάξω!!!

Μεμιάς, πετάγονται πάνω, ο μεν Βύσσιος κρατώντας την φαλτσέτσα, ο δε μαστρο-Θόδωρος την ψαλίδα και:

-               Πλησίασε ρε παλιοπούστη, αν είσαι άντρας, φώναξαν κι οι δυο.

Έτσι βλέπει ο Μιλτιάδης, που να πλησιάσει! Θεώρησε φρόνιμο να αποσυρθεί...

 



Termino Cafe

Termino Cafe

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032

Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032


Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω