X

Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η δική μου Κατοχή: Μπαρμπα-Μιλτιάδης Ρόμπολας (2ο μέρος)

3ο   «Ο αρχιληστής Γιάννης Ρέντζος»

«Γη ποτισμένη με ιδρώτα» ήταν το έργο που παρακολουθήσαμε εκείνο το Σαββατόβραδο στον κινηματογράφο «Σινε-Μορένα» (εκεί που η καφετηρία  «Άδωνις») του Νιχωρίτη Βασίλη Γκιουλέκα. Όλος ο ανδρικός πληθυσμός έτρεξε να δει  την ινδική επική, δραματική ταινία του 1957 με την παγκόσμια απήχηση, νιώθοντας προς στιγμή ότι ήταν κι αυτοί πρωταγωνιστές.

Γιατί και οι κατοχιανοί που έζησαν και ζωντάνεψαν τόσα πολλά χρόνια το τόπο τους, τον πότισαν με ιδρώτα και αίμα. Πάλαιψαν κάτω από αντίξοες συνθήκες με τα στοιχεία της φύσης στον αγώνα για επιβίωση και για να ’χουμε σήμερα οι νεότεροι τον ευλογημένο αυτόν τόπο, με την αφθονία των αγαθών. Κι εκείνος φάνηκε στοργικός σε όλους αυτούς που τον δούλευαν και τον φρόντιζαν…

Άλλοι καιροί τότε, πολλές οι δυσκολίες, γι’ αυτό και οι περισσότεροι νέοι – και τα παιδιά ακόμη - με το που τέλειωναν το σχολείο της εποχής, έπαιρναν το δρόμο για τον κάμπο και τις βουνοπλαγιές, συνεχίζοντας την παράδοση της οικογένειας, με την καλλιέργεια και τη βοσκή των ζώων. Δεκάδες χιλιάδες τα γιδοπρόβατα τότε, τα γελάδια, τα γουρούνια, τα βάλια (βουβάλια) και χιλιάδες τα στρέμματα των χωραφιών. Ελάχιστοι ακολουθούσαν το δρόμο των επιστημών ή των τεχνικών επαγγελμάτων.

Έτσι κι ο μπαρμπα- Μιλτιάδης, πριν ασχοληθεί με το φούρνο και το εμπόριο, στα νεανικά του χρόνια πήγε τσοπάνος στον Μέλα (Γερ. Ρόμπολας), με τα πολλά τα κοπάδια, τα στρέμματα και τα μελίσσια. Ο Μέλας από τη φύση και τον χαρακτήρα του ήταν σκληρός άνθρωπος. Δεν του φερνόταν καλά. Το φώναζε το παιδί, του ΄κανε συχνά παρατηρήσεις, το βλαστημούσε….

Ο Μιλτιάδης για να  βγάλει το άχτι του, να τι σκαρφίζεται:

Παίρνει και γράφει ένα σημείωμα με τα εξής:

« Μέλα, εντός πέντε ημερών θα μου έχεις ετοιμάσει: τρεις χιλιάδες δραχμές, πέντε καρβέλια ψωμί και δύο αρνιά ψητά. Θα περάσω να τα πάρω και πρόσεξε καλά: καμιά κουβέντα σε κανέναν, ούτε στην αστυνομία!! (κι από κάτω η υπογραφή).

Γιάννης Ρέντζος

αρχιληστής

και το καρφιτσώνει στο κοντοκάπι του. Μόλις το είδε ο Μέλας, τον έζωσαν τα φίδια.

Έρχεται στο χωριό για ν' αγοράσει τρόφιμα και ό,τι άλλο χρειαζόταν και να επιστρέψει ξανά στη Λευκούλα.

Φαινόταν όμως πολύ σκεπτικός. Η "παραγγελιά" του αρχιληστή στριφογύριζε στο μυαλό του.

Ο αδερφός του Πάνος (Φωλιάς) κάτι υποψιάστηκε και τον ρωτάει:

-               Συμβαίνει τίποτε, Μάκο;

-               Δεν πας εσύ για λίγες μέρες στα πρόβατα, ωρέ αδερφέ;

-               Γιατί; τι έπαθες; τι τρέχει; πες μου.

Απ' τα πολλά του εξιστόρησε τι είχε συμβεί. Ο Φωλιάς του ΄δωσε θάρρος, ώσπου τον έπεισε να γυρίσει.

Να όμως, που κάθε βράδυ ο Μέλας για ν' αποφύγει τον αρχιληστή άλλαζε γιατάκι (μέρος όπου κοιμόταν).

 Κι ο Μιλτιάδης το ευχαριστιόταν!...

4ο « Βόας επτά μέτρων στα Ρέτσινα...»

Στο καφενείο του Μάκια (Γερ. Καπώνης) αρκετοί οι κατοχιανοί για τον πρωινό καφέ. Ανάμεσά τους κι ο Μιλτιάδης που διαβάζει τον "Νεολόγο Πατρών" (πρωϊνή εφημερίδα της Πάτρας). Σε ώρα ησυχίας διαβάζει εμφαντικά και με ύφος σοβαρότητας:

-                (Πάτρα: του ανταποκριτού μας). «Εις το χωρίον Ρέτσινα Μεσολογγίου ενεφανίσθη βόας μήκους επτά μέτρων και κατεσπάραξε πολλούς εκ των κατοίκων»

 Αφήνει τον "Νεολόγο" στο τραπέζι και πάει στο φούρνο που ’χε δίπλα στο Μπαρμπερέϊκο. Κάποιος από τους θαμώνες του καφενείου, τελείως άκακος και απονείρευτος, παίρνει την εφημερίδα για να διαβάσει "ιδίοις όμασι" το συνταρακτικό νέο. Ψάχνει από δω, ψάχνει από 'κει, μάταιος κόπος. Πουθενά ο "βόας" του Μιλτιάδη.

Φεύγοντας, περνάει από το φούρνο και τον ρωτάει:

-               Ε, ωρέ Μιλτιάδη, αυτό που διάβασες για τον βόα, δεν μπόρεσα να το βρω!

-               Ωχ, καημένε κι εσύ τώρα, δεν με παρατάς. Εσύ ξεχνάς που βάζεις το κλειδί απ' το μαγαζί σου, τον βόα θα βρεις;

5ο  «Ο θάνατος» του πατέρα.

Στον κάμπο ήταν πολλά τα κοπάδια και πολλοί οι τσοπάνηδες που συχνά συναντιόντουσαν για λίγη κουβέντα, να μάθουν κάποιο νέο, να στρίψουν κανένα τσιγάρο. Την ώρα εκείνη ερχόταν κι ο Μήτσος ο Καραβιάς του Δημ., αδελφός του Στέλλιου, καβάλα στ' αλογό του και από κοντά το τσοπανόσκυλο με αίματα στην μουσούδα.

-       Τι έγινε, Μήτσο, τι έπαθε το σκυλί; ρώτησε ο Μιλτιάδης.

-       Να, εδώ λίγο πιο κάτω, κοντά στον αϊ-Νικόλα, έπνιξε ένα λύκο ως εκεί πάνω, σωστό γαϊδούρι.

Καβαλικεύει τ' άλογο και πάει να δει. Όμως ούτε λύκος, ούτε αίματα. Ήταν ψέμα! Πειράχτηκε τόσο, που δεν είπε τίποτε. Το κράτησε όμως στα "υπόψιν".

Μετά από αρκετό καιρό κι ενώ ο "πνιγμός" του λύκου είχε ξεχαστεί, κάποια Κυριακή πήρε άδεια από τον Μέλα για το χωριό, να δει τους δικούς του, τους φίλους, να παίξει λίγο χαρτί και το απόγευμα να γυρίσει στη Λευκούλα.  Αυτή τη φορά όμως δεν ήρθε στο χωριό. Πήγε σ' άλλα μαντριά, μίλησε μ' άλλους τσοπάνηδες κι έμεινε τόσο χρόνο, όσο περίπου θα χρειαζόταν να πάει στο χωριό και να επιστρέψει.

Αφού υπολόγισε την ώρα να τος πάλι πίσω.

-               Μιλτιάδη, επέστρεψες κιόλας; Δεν έμεινες καθόλου στο χωριό; Έγινε τίποτε; ρωτούσαν οι άλλοι, κάπως αλαφιασμένοι!

Εκείνος έκανε τον πολύ σοβαρό κι έδειχνε στενοχωρημένος,

-               Ε, τι να γίνει; μουρμούριζε κι έλεγε μισόλογα...

-               Τι συμβαίνει, ωρέ Μιλτιάδη, πες μας επιτέλους! του λέει ο Μήτσος.

-               Άσε με, ωρέ Μήτσο, να, πώς να στο πω……

-               Λέγε μωρέ!

-               Πέθανε ο πατέρας σου!!!

Έτσι ακούει, δίνει μια τ' αλόγου του και σε μισή ώρα φτάνει στο χωριό. Ρωτάει να μάθει, αν πέθανε κανείς. Κανένας δεν ήξερε. Έρχεται στο σπίτι και τι να δει. Ο πατέρας του καθόταν στην αυλή και πάνω στον σοφρά ψιλόκοβε τα φύλλα του καπνού για το στριφτό (τσιγαρο χειροποίητο).

-                Αϊ, ωρέ Μιλτιάδη, χαλάλι σου! λέει ο Μήτσος.

6ο   Ο Νώντας  «υπό περιορισμόν».

Τον τελευταίο καιρό οι δουλειές στον φούρνο δεν πήγαιναν και τόσο καλά, γιατί είχε ανοίξει κι άλλος. Κι εκεί που ο Μιλτιάδης χρειαζόταν αρκετές οκάδες αλεύρι, τώρα μειώθηκαν κατά πολύ. Έστειλε, λοιπόν, τον Αντώνη τον Χριστοδουλή (Μπλουμ), δίνοντάς του ένα πενηντάρικο να πάει στον Νώντα τον Καπώνη να αγοράσει αλεύρι.

-               Μπαρμπα-Νώντα, μου 'πε ο Μιλτιάδης να μ' δώσεις είκοσι οκάδες αλεύρι.

Ο Νώντας κατάλαβε ότι η πελατεία μειώθηκε και για να τον πειράξει, λέει στον Αντώνη:

-               Να του πεις, "καλά ήσουν Θύμιο μ' στ' Άγραφα, καλά και στα Τζουμέρκα"

Του το λέει ο Αντώνης. Όμως εκείνος του το φύλαξε.

Την Κυριακή έψιναν οι φούρνοι και πήγε ο Νώντας τον νταβά με το κρέας για να το ψήσει.Συνήθως πήγαινε στη μία η ώρα και το ’παιρνε.

Ο Γαλής (Πάνος Φραγκαναστάτης), έμπορος και σφοδρός ανταγωνιστής του Νώντα, πήγε και πήρε το δικό του φαΐ στις 12:00. Τον βλέπει και πάει κι αυτός.

-               Μιλτιάδη, τον νταβά.

-               Τι ώρα είναι, Νώντα;

-               Δώδεκα και τέταρτο.

-               Στη μία δεν είπες;

-               Γιατί ο Γαλής, το πήρε;

-               Βγες έξω σε παρακαλώ και περίμενε να πάει μία.

Τι να κάνει ο Νώντας; Βγήκε έξω και αρκετά νευρικός έκανε βόλτες πέρα δώθε μέχρι να φτάσει η ώρα.

-               Αχά, Νώντα, τι συμβαίνει, τoν ρωτά ο Κατσάμπας. (Πάνος Λαχανάς).

Κι αυτός με το γνωστό καθαρευουσιάνικο ύφος, το επαγγελματικό, του λέει:

-               Βρίσκομαι υπό περιορισμόν του Μιλτιάδη του Ρόμπολα.

Υ.Γ. Τα όσα έγραψα για τον μπάρμπα-Μιλτιάδη, τα αφιερώνω στον συνώνυμό του εγγονό Μιλτιάδη, παιδί του συμμαθητή μας Παναγιώτη, ο οποίος έχει πάρει αρκετά από τα χαρίσματα του παππού και τον χαιρόμαστε να τον βλέπουμε μαζί με την αδελφή του Αθηνά, να απολαμβάνουν το καφεδάκι στη αυλή του μικρού σπιτιού δίπλα στο ποτάμι, κάτω από την γέρικη κλιματαριά που φύτεψε εκείνος.

Καλό καλοκαίρι, Μίλτο.

Termino Cafe

Termino Cafe

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032

Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032


Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω