Η δική μου Κατοχή: Μπάϊας - Θοδωρέλος
1. « Ο Μπάϊας έχει λεφτά…!»
Για τους νεότερους να σημειώσουμε ότι το χωριό μας από
τους παλιούς ακόμη χρόνους είχε πυκνή επικοινωνία με τα Επτάνησα. Κεφαλονίτες,
Ζακυνθινοί, Ιθακήσιοι, Λευκαδίτες έφταναν με τα καΐκια τους στην μπούκα του
Αχελώου, στο «Πόρτο» Παπασωτήρη ή στου Πεταλά τ’ αραξοβόλι, φέρνοντας
εμπορεύματα, λάδι, πράσινο σαπούνι, σπίρτα, πήλινα σκεύη και παίρνοντας
γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα: σιτάρι, βρώμη, καλαμπόκι, μποστανικά,
γλυκόριζα, γελάδια και γιδοπρόβατα.
Όταν, δε, έμπαινε η άνοιξη, πολλοί απ’ αυτούς
ετοίμαζαν μπόγους και βαλίτσες και διαπλέοντας τη θάλασσα του Ιονίου, περνούσαν
απέναντι στις ακαρνανικές ακτές και σκόρπαγαν στα πλούσια χωριά της
Παραχελωίτιδας, Κατοχή, Νιοχώρι, Αιτωλικό για χειρωνακτικές εργασίες.
Πολύς ο κάμπος, χιλιάδες τα στρέμματα, χιλιάδες και τα
ζωντανά, κι ο τόπος είχε ανάγκη από εργατικά χέρια για το σκάψιμο των αμπελιών,
το σκάλισμα, το κλάδεμα, το θέρο, τον τρύγο, τις στάνες. Ακόμη και λαϊκοί
ζωγράφοι (Μαντάς) και αγιογράφοι άφησαν τις δημιουργίες τους σε κατοχιανά ξωκκλήσια
και εκκλησιές.
Το φθινόπωρο επέστρεφαν και πάλι στα φτωχά τους
στενοτόπια με τις πεζούλες και τις ξερολιθιές για το μάζεμα των ελιών.
Με τον καιρό αρκετοί απ’ αυτούς άφησαν τα μέρη τους
και ρίζωσαν μόνιμα πλέον στα πλούσια καμποχώρια της Αιτωλοακαρνανίας.
Οικογένειες όπως των Γαρμπαίων, Μακραίων
(Μαντζουράνης), Φραγκαναστασαίων, «Ταρκασαίων» (Λοΐζος), Παναίων, Πυλαριναίων,
Ντερέ, Κουλουρή, Κόκκινου, Μαρίνου (Νικόλας ο Ζακυθνός) είναι Επτανήσιοι.
Εργατικοί, μεθοδικοί στη δουλειά τους, πανέξυπνοι με
«ανοιχτά μυαλά», μπόλιασαν τον τοπικό πληθυσμό με άλλη νοοτροπία κι έγιναν,
τέλος, και οι ίδιοι νοικοκυραίοι και αφεντάδες.
Ένας τέτοιος «μέτοικος», εσωτερικός μετανάστης όπως θα
λέγαμε σήμερα, ήταν και οι Μπάϊας (Πάνος Αθανασόπουλος). Με τη γυναίκα του την
Ευανθία (Μάνθα, το γένος Καραγιάννη) ήρθε από το Θιάκι (Ιθάκη) στην Κατοχή στις
αρχές του προηγούμενου αιώνα περί το 1905.
Λεβεντόκορμος, ψηλός, μελαμψός με το νησιώτικο καπέλο
και στη μέση πάντοτε το πλατύ μάλλινο ζωνάρι.
Το ίδιο και η θεία-Μάνθα. Ψηλή και λυγερόκορμη, με τα
μεσοφούστανα, το μακρύ φουστάνι από πάνω και την μακριά ιθακήσια μαντήλα στο
κεφάλι.
Με τον ερχομό τους ομόρφυναν τη ζωή μας και έδωσαν
ανάσες δροσιάς στην καθημερινότητά μας.
Έστησαν την φτωχή τους καμαρούλα και το καλυβάκι με το
καλάμι και τις βέργες λυγαριάς, φύτεψαν και την κληματαριά στη μεγάλη αυλή και
ρίχτηκαν στο μεροκάματο του πόνου. Μεγάλη φαμίλια, πολλές οι ανάγκες.
Ο μπάρμπα-Πάνος ο Χριστοδουλής (Θοδωρέλος), το
συμπαθητικό εκείνο λιπόσαρκο γεροντάκι, είχε πιστέψει για καλά, ότι ο Μπάϊας
είχε λεφτά!
Η «σπείρα» της αγοράς με πρώτο τον γαμπρό του Κώστα
Βύσσιο, είχε μεθοδεύσει τα πράγματα με τέτοιον τρόπο, ώστε ο αγαθός και
ευκολόπιστος Θοδωρέλος να το αποδεχθεί.
Νύχτα, μέρα αυτή η σκέψη τον βασάνιζε. Και να, που
εκείνη τη χρονιά ο Βούτρος (Χρήστος Κοριαλός) έφερε στο χωριό το καινούργιο του
τρακτέρ. Μεγάλο το γεγονός για την εποχή.
Στην πάνω πλατεία, όπου θα γινόταν ο αγιασμός,
παρόντες όλοι οι καλοί της παρέας: Κώστας Βύσσιος, Μάκος Καραντζογιάννης,
Μιλτιάδης Ρόμπολας, Μήτσος Φραγκαναστάσης (Μίκας), Γιώργος Πλαστήρας
(Γιαμαρδέλος), Ντίνος Λουκάς, Θόδωρος Ρόμπολας (Μπουζόνης), Μπάϊας, Θοδωρέλος,
Κωνσταντίνος Καπώνης (Γκέκας).
Ο Μπάϊας είχε φροντίσει από πριν. Πήρε από τον Μάκο
τον Καραντζογιάννη, τον έμπορο, ένα κολαριστό εκατοστάρικο για να το ρίξει στον
παπά την ώρα του αγιασμού.
-Παπά-Νίκο, στο τραπέζι θα σου ρίξω εκατόν δύο δραχμές.
Οι δύο δικές σου και το κατοστάρικο μού το επιστρέφεις, είναι ξένο. Έτσι, για
να πειράξουμε τον Θοδωρέλο!
Τέλειωσε ο αγιασμός, αγιάστηκε το τρακτέρ και μαζί μ’
αυτό και οι παρευρισκόμενοι και στη σειρά τώρα ν’ ασπαστούν τον σταυρό.
Μπροστά ο Μπάϊας, περήφανος, πίσω του ο Θοδωρέλος.
Έβγαλε το κατοστάρικο και το δίφραγκο από την τσέπη και τ’ άφησε επιδεικτικά
επάνω στο τραπεζάκι, ώστε να το δει και ασπάζεται «μετ’ ευλαβείας» το σταυρό,
ενώ ο παπάς μόλις κρατούσε τα γέλια. Το είδε ο «μαύρος» ο Θοδωρέλος και κόντευε
να σκάσει.
Στο καφενείο του Τίτα η συνέχεια.
-Μωρέ, λεφτά ο Μπάϊας, κατοστάρικο έριξε στον παπά!
-Πού τα βρήκε ωρέ, τόσα λεφτά;
Αυτό ήταν το θέμα της συζήτησης.
Δεν άντεξε ο μπράμπα-Πάνος, πήρε το μπαστουνάκι και
τράβηξε για το σπίτι.
Στη γωνία του Μπαρπερέϊκου αντάμωσε τον Φάντη (Θόδωρος
Γκασούκας) που ανέβαινε για το καφενείο.
-Είδες Λάκια, είδες λεφτά ο Μπάϊας, κατοστάρικο έριξε
στον παπά.
-Τι να κάνουμε, μπάρμπα-Πάνο, έτσι είναι, ο Μπάϊας
έχει πολλά λεφτά! (Ο Φάντης ήταν γνώστης όλων αυτών).
Κι ο Θοδωρέλος έφυγε περίλυπος και κατηφής, κλεισμένος στον πόνο του και τον καημό του, μη μπορώντας ν’ αντέξει ότι ο Μπάϊας έχει λεφτά!
2. «Κοίτα αστυνομία…»
Στο σχέδιο ήταν μυημένος κι ο αστυνόμος Κώστας
Μουστάκας. Επέστρεφε με το Γεράσιμο
Γαρμπή (Χασομέρης) από το κυνήγι του λαγού. Μανιώδεις και άριστοι κυνηγοί και
οι δύο. Στο καφενείο του Ντίνου Λουκά σταμάτησαν να πιουν από ‘να κονιάκ.
Ο Μπάϊας είχε στην κωλότσεπη ένα παλιό πιστόλι, που
δεν λειτουργούσε πλέον. Άφησε το παλιοσακάκι που φορούσε λίγο σηκωμένο για να
φαίνεται και μόλις το είδε ο αστυνόμος, μ’ εκείνη την χαρακτηριστική φωνή του,
την στριγκλιά, κάπως αυστηρά:
-Ε, Μπάϊα, τι βλέπω; κυκλοφορείς με πιστόλι;
Κι εκείνος, ψηλός όπως ήταν, με το πουκάμισο λίγο
ξεκούμπωτο και την κοιλιά φαρδιά, βγάζει το πιστόλι και το χτυπάει δυνατά πάνω
στο τραπέζι.
-Κάτσε καλά, αστυνόμε, γιατί δεν με
ξέρεις καλά! Εγώ βάζω για σημάδι τις κορυφές απ’ τα κυπαρίσσια τ’ Αϊ-Λαζάρου
και τις κόβω πέρα για πέρα.
-Καλά, ωρέ Μπάϊα, μη κάνεις έτσι,
ησύχασε.
Οι άλλοι
παρατηρούσαν πώς θα αντιδράσει ο Θοδωρέλος. Και σε κάποια στιγμή τον ακούνε να λέει:
-Κοίτα
αστυνομία! Επειδή ο Μπάϊας έχει λεφτά, δεν τον ενοχλεί κανείς. Ενώ αν ήταν
άλλος…!
3. «Η πολεμική αεροπορία τίμησε τον Μπάϊα»
Το νεκροταφείο του Αγίου Λαζάρου είχε τα χρόνια εκείνα
πολλά κυπαρίσσια. Από την παραποτάμια μοναδική πύλη μέχρι την είσοδο της
εκκλησούλας δύο σειρές σχημάτιζαν έναν διάδρομο και στο τέλος του στη νότια
πλευρά συλλυπούμαστε τους συγγενείς του αποθανόντος.
Στη κηδεία του Μπάϊα πολλοί οι Κατοχιανοί, φίλοι και
συγγενείς για να τον αποχαιρετίσουν και να του ευχηθούν «καλό ταξίδι».
Ανάμεσά τους και ο Θοδωρέλος και πίσω του ο Φώτης ο
Κάραλης περίμεναν στη σειρά.
Την ώρα εκείνη κατέφθανε ένα σμήνος της πολεμικής
αεροπορίας από το αεροδρόμιο του Άραξου που πετούσε σε πολύ χαμηλό ύψος με
κατεύθυνση προς την Ήπειρο. Όταν έφτασε πάνω από το νεκροταφείο ακούστηκε η
φωνή του Κάραλη:
-Άι, ωρέ Μπάϊα, το’ πες και το’ κανες. Ως και
αεροπλάνα έφερες στην κηδεία σου να σ’ αποχαιρετήσουν!
Ακόμη και οι τεθλιμμένοι Αθανασοπουλαίοι χαμογέλασαν.
Μόνο του Θοδωρέλου τού φαινόταν «παράδοξο».
(αθώες ψυχές…!)
Υ.Γ. Αγαπητοί αναγνώστες
Πολύ πικρός, με πόνο και θλίψη πολλή ο Ιούνιος για την
Κατοχή, λες κι έπεσε κατάρα!
Φίλοι, γνωστοί, αγαπημένα μας πρόσωπα έφυγαν για «το
στερνόν της ζωής τους ταξίδι….»
Ας ευχηθούμε ο Ιούλιος, να είναι «καλός μήνας» για όλους.

