Η δική μου Κατοχή: Γιώργος Καπώνης (Τζώρτζης) (1908-1985)
Το
δεύτερο από τα πέντε αγόρια του Θόδωρου Καπώνη (Κανελιάς). Ανήσυχος απ' τη φύση του,
διακρινόταν για την ευφυία και το χιούμορ του.
Τέλειωσε
το Σχολαρχείο (σημερινό Γυμνάσιο) ως αυτοδίδακτος, βοηθώντας στα μαθήματα τον
μικρότερο αδελφό του Ιωσήφ που φοιτούσε στο σχολαρχείο Νεοχωρίου.
Ο
Νώντας, ο αδελφός του, έμπορος στην Κατοχή, τον στήριξε οικονομικά και του αγόρασε ένα κάρο για μεταφορές εμπορευμάτων. Άλλες, όμως, ήταν οι θέλησες και τα ενδιαφέροντα του Τζώρτζη.
Ταξίδεψε
στην Πελοπόννησο, επισκέφθηκε και την Καρύταινα, σπουδαίο κέντρο των γραμμάτων
στα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου έμαθε την βυζαντινή μουσική και τέλος
πάντων, ως άλλος Οδυσσέας, πολλών ανθρώπων «είδεν άστεα και νόον έγνω».
Κατέληξε
και πάλι στο χωριό του, όπου με την εξαίρετη, την πάντα χαμογελαστή και ωραιοτάτη κυρά-Λένη
Βασιλάκου από τον Αστακό, δημιούργησαν μια υπέροχη οικογένεια που την
αποτελούσαν 3 κορίτσια και 2 αγόρια. Μάγδα, Ρούλα, Φωτεινή, Θόδωρος και Δημήτρης.
Διάβαζε
πολύ, έγραφε λαϊκούς στίχους, και εύθυμα ποιήματα, μελετούσε την τοπική ιστορία
και τη μουσική, είχε δε σοβαρή άποψη επί πολιτικών ζητημάτων.
Στα
χρόνια της αποξήρανσης του βάλτου Λεσινίου, εργάστηκε ως τοπογράφος στη Γεωργική
Εταιρεία Λεσινίου (ΓΕΛ). Ο διευθυντής της εταιρείας μάλιστα, ο ρώσος Λέμπεντεφ, είχε εκτιμήσει την
τιμιότητα και το ακέραιο του χαρακτήρα του, και του ανέθετε σοβαρές δουλειές.
Και αν θυμάμαι καλά, μια από τι κόρες του, μάλλον η Μάγδα, παντρεύτηκε το γιο του.
Κάποια μέρα ο Λέμπεντεφ, μηχανικός και τοπογράφος,
πήρε τον Τζώρτζη να μετρήσουν, και να σχεδιάσουν τα υψομετρικά του κτήματος
Λεσινίου. Ο Τζώρτζης θα κρατούσε την σταδία, το μεγάλο ξύλινο αριθμημένο
κοντάρι που δείχνει το ύψος και εκείνος με το εργαλείο του θα κατέγραφε.
Ενώ μετρούσαν, ο Λέμπεντεφ δεν μπορούσε να
εστιάσει ακριβώς το μηχάνημα στη σταδία, γιατί αυτή κουνιόταν πέρα δώθε σαν
καλάμι.
-Μην κουνιέσαι, Τζώρτζηηη, του φώναξε.
-Δεν κουνιέμαι, κύριε Διευθυντά, τσιγάρο στρίβω…
Αν
ένα το θεωρούμε αρνητικό, ήταν ότι έπινε λίγο παραπάνω κατοχιανό κρασί (και ποιος δεν έπινε τότε;) που αργότερα
το γύρισε στο μεικτό. Ούζο και κονιάκ μαζί, και μάλιστα από πρωίας.
Ανθρώπους
σαν τον
Τζώρζη, με απέραντη
καλοσύνη και αγάπη προς όλους, δύσκολα συναντάς στους σημερινούς καιρούς. Φεύγοντας ο Τζώρτζης για
την ουράνια
πολιτεία, το «Βελούχι» έχασε τον άνθρωπο που του έδινε το χρώμα της ανθρωπιάς και της χαρούμενης ατμόσφαιρας.
Μετά την αποστράτευση εκ της εργασίας, συνταξιούχος πια, έβρισκε περισσότερο χρόνο για ψυχαγωγία και χαλάρωση. Σημείο συνάντησης των φίλων το εστιατόριο του Νταγκαντίγκ (Πάνος Μποβολής) στην κάτω πλατεία ή του Μανέτα στην πάνω.
Ήχος πρώτος με άκουσμα δευτέρου
Οι
ύμνοι, τά τροπάρια, τα απολυτίκια που ψάλλονται στην εκκλησία έχουν τον δικό τους ήχο, το δικό τους
άκουσμα. Οι ήχοι στη βυζαντινή μουσική είναι οκτώ: ήχος α', β', γ', δ' και
πλάγιος του α’, πλάγιος του β', βαρύς και πλάγιος του δ’ (αυτά για τη συνέχεια).
Ο
μπαρμπα-Γιώργος ο Καλαντζής (Κατρουλής), γερό ποτήρι, είχε βαρύνει αρκετά.
Πλησίαζαν χωρίς επιστροφή οι μέρες της αναχώρησής του.
Ο
Τζώρτζης, όταν το’ μάθε, πήρε το δρόμο προς τα Καραβιέϊκα και πήγε να επισκεφθεί τον ομοϊδεάτη και ομοτράπεζο φίλο του.
-Γειά σου Γιώργαινα, πώς πάει ο Γιώργος;
-Ε, τι να πάει,
είναι στα τελευταία του. Δοξασμένος ο Θεός. Πέρνα μέσα, σε περιμένει.
Συγκινημένος, κάθεται δίπλα του
για λίγη συντροφιά. Μετά από
λίγο σηκώνεται και πολύ σοβαρός μπρός στο κρεβάτι τού απαγγέλει
ψέλνοντας, εκείνο το αμίμητο, το αυτοσχέδιο
δίστιχο σε ήχο πρώτο με φθορά και άκουσμα δευτέρου.
«Στον
τάφο σου μπεκρή αναβλύζει κρασάκι,
εσύ
που δεν έπινες στη ζωή σου νεράκι.
Σε
γεραίρουσι (σε βραβεύουν) των βαρελιών τα παπίρια,
σε
γυρεύουσι των ταβερνιών τα ποτήρια.»
Αιωνία σου η μνήμη, μπεκρή! Κι ένα δάκρυ
καθαρό κύλισε απ' τα μάτια του Τζώρτζη.
Αγκινάρα με τ' αγκάθια
Τη
δεκαετία 1945-1955 είχαν κατέβει πολλοί βλάχοι με τις οικογένειες και τα ζωντανά τους
στα καμποχώρια σε αναζήτηση
καλύτερης τύχης. Έστησαν τις καλύβες και τα μαντριά τους στις
πλαγιές του Κατσά, στα βλαχοκόνακα, στις λάκες και τα πλατώματα γύρω από την Κατοχή κι
άρχισαν τον αγώνα της επιβίωσης.
Την
άνοιξη ανέβαζαν τα ζώα πάνω στ' Άγραφα και το Καρπενήσι για λίγη χλωροσιά και το φθινόπωρο, με το
άνοιγμα των σχολείων κατέβαιναν και πάλι για να πάνε τα βλαχόπουλα σχολείο, φρέσκα
φρέσκα από τα κρύα νερά των βουνών και ροδοκόκκινα.
Επίσης, πολλοί βλάχοι
αργότερα εγκαταστάθηκαν στο κάμπο του Λεσινίου, όπου το κράτος τους
παραχώρησε για μόνιμη εγκατάσταση τον οικισμό «Βαλτί» με τα όμορφα πέτρινα σπίτια που είχαν
κτιστεί για τις ανάγκες των υπαλλήλων της Γεωργικής Εταιρείας Λεσινίου και των οικογενειών τους.
Ένα
μεσημέρι, έφεραν απ' το Βαλτί ένα γερόβλαχο που είχε πεθάνει, για τη νεκρώσιμη ακολουθία. Μαζεύτηκαν συγγενείς και φίλοι
και περίμεναν τους δυο ψάλτες του χωριού, Χρήστο Κατσάνο και Τζώρτζη, που εκείνη την ώρα
τα’
πιναν στην ταβέρνα του Μπρίκη. Βγήκαν σιγοτραγουδώντας και αργά-αργά βάδιζαν για την εκκλησία και τρικλίζοντας ανέβηκαν στο
ψαλτήρι να ψάλλουν τον νεκρό.
Βάζει
το «Ευλογητός ο Θεός ημών
πάντοτε…» ο παπα-Νίκος ο
Ρόμπολας κι οι δυο ψάλτες, «εν ευθυμία ευρισκόμενοι», προσπαθούσαν να βρουν το
«ίσον». Να, να, νε νε…, οπότε ο Τζώρτζης απ’ τ’ αριστερά αρχίζει: «Αγκινάρα με τ' αγκάθια και με τα λελούδια τ' άσπρα…»
Τον
επανέφερε στην λειτουργική τάξη ο παπάς με το: «Άμωμοι εν οδώ, αλληλούια…»
(τον βλάχο και τον έψαλαν και τον τραγούδησαν, όπως έκαναν οι αρχαίοι μας!)
Το Βελούχι
Βελούχι
μου περήφανο κι Οξιά ζωγραφισμένη,
λιώστε
τα χιόνια γρήγορα, να χορταριάσ' ο τόπος.
Να βγουν οι βλάχοι στα βουνά
να βγουν κι οι βλαχοπούλες
να
βγουν και τα βλαχόπουλα λαλώντας τη φλογέρα.
Ψηλά, με μυτερές κορφές και πάντα
χιονοσκέπαστα τα βουνά της Ρούμελης, Βελούχι και Οξιά πάνω απ' τη Λαμία...
Είχε
όμως και το χωριό μας κάποτε το δικό του Βελούχι το καμπίσιο, με τα πέντε
πηγάδια, τα πλατάνια, τα ευκαλύπτια και τις μουριές. Τους στενούς χωμάτινους
δρομίσκους, τα χαμηλά καφενεδάκια και την απλοχωριά του.
Στο
νερό του πηγαδιού βύθιζαν γκαζόζες, μπύρες, πορτοκαλάδες, λεμονάδες και τα
αρωματικά «υποβρύχια» ο μπαρμπα-Μιχάλης Ζαχαριάς κι
ο μπαρμπα-Γιώργος Λαγούδης (Πλαστάρας) και από κει αντλούσαν ύδωρ με το καθαρό σατίλι (κουβά) για να
δροσίσουν τους πελάτες τους. Εκεί στήνονταν το καλοκαίρι και τα κατοχιανά πανηγύρια.
Ο
Τζώρτζης είχε το μικρό καφενεδάκι απέναντι στου Ζαχαριά, με τους ευκάλυπτους και το πηγάδι, το οποίο ο Νώντας, ο αδελφός του, φρόντισε να το σκεπάσει με λαμαρίνα και καρφιά για να μη
ζυγώνουν τα λιανόπαιδα και το βρωμίζουν, μα που ο Νίκος ο Μπαλάσκας (παιδί του Θυμιογάκη) κι’ ο Γούλας ο
Ζαχαριάς δεν άφησαν καρφί για καρφί που να μη το λυγίσουν.
Περαστικός
από το καφενείο κάθισε να πιεί τον καφέ του ο ξένος. Τον έψησε ο
Τζώρτζης στη χόβολη με πολλές φουσκάλες, έβαλε και το πηγαδίσιο νερό και τον σέρβιρε.
Με
την πρώτη ρουφηξιά διαπίστωσε ο ξένος ότι ρούφηξε και μύγα μαζί.
-Κύριε, του λέει, μύγα στον
καφέ!
- Ε, καλά, μισή δραχμή πλήρωσες, τι ήθελες να βρεις κοτόπουλο;
Έστω και δια κλίσματος
Στο
Βελούχι,
απέναντι από του Τζώρτζη, υπήρχε το ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ «Ο ΤΡΙΚΑΡΔΟΣ» του Μιχάλη Ζαχαριά. Στο ισόγειο το εστιατόριο και στον επάνω όροφο 4-5 δωμάτια για
ύπνο.
Εξυπηρετούσε
αρκετούς
ξένους που έρχονταν στην Κατοχή και πολλές φορές, λόγω έλλειψης συγκοινωνίας ή του πλημμυρισμένου
Αχελώου,
αναγκάζονταν να διανυκτερεύουν στο χωριό.
Εκεί διέμενε κι’ ένας υπάλληλος
της εταιρείας Λεσινίου. Πρωί-πρωί κατέβαινε και περίμενε έξω από το εστιατόριο το
αυτοκίνητο για να τον μεταφέρει μαζί με άλλους υπαλλήλους στα γραφεία της, στο Βαλτί.
Να
τος κι ο
Τζώρτζης.
-Καλημέρααα…
-Καλημέρα σας.
-Ένα κρασί στον κύριο, κι ένα
μεικτό σε
μένα, φώναξε στον εστιάτορα.
-Σας ευχαριστώ πολύ κύριε,
δεν θα πιώ.
-Θα το πιεις, έστω και δια κλίσματος, του λέει ο Τζώρτζης, χαριτολογώντας.
Του άλλαξε τα φώτα
Στα
νεότερα χρόνια ερχόταν απ’ τ’
Αγρίνιο στην Κατοχή ο Ράμος για να πουλήσει εμπόρευματα, σεντόνια,
φορέματα, είδη προικός. Μετά το γύρο του χωριού, άραζε το βραδάκι στο
εστιατόριο του Νταγκαντίγκ για λίγο μεζέ, κρασάκι, λίγη χαλάρωση. Το αυτοκίνητο το είχε παρκάρει μπροστά, πολύ κοντά στο
μαγαζί.
Όταν
ήρθε η ώρα να φύγει, μπήκε στο αυτοκίνητό του, άναψε τα φώτα και τη μηχανή
και αντί για όπισθεν έβαλε μπροστινή ταχύτητα και δίνοντας μια του Τζώρτζη που
στεκόταν όρθιος, ακουμπισμένος στον τοίχο, τον σακάτεψε. Χέρια, πόδια σπασμένα
και η κατάληξη στο νοσοκομείο.
Συνήρθε μετά από
μήνες, περπάτησε ξανά και η υπόθεση τώρα στο δικαστήριο.
-Για πες μας, κύριε Καπώνη,
πώς έγιναν τα πράγματα, τον ρωτάει ο Πρόεδρος.
-Τι να σας πω, κύριε Πρόεδρε, πήγε ο άνθρωπος ν' ανάψει τα φώτα και μ' άλλαξε τα φώτα!
Οι φαλαρίδες
Τελευταία
είχε πάθει σοβαρό εγκεφαλικό που τον ταλαιπώρησε αρκετό καιρό. Όταν συνήρθε
κάπως και στάθηκε ξανά στα πόδια
του, δεν μπορούσε να μένει όλη μέρα στο σπίτι. Άνθρωπος της αγοράς,
της πιάτσας ήθελε να βλέπει κόσμο, να πειράζει και να τον πειράζουν.
‘Ενα απόγευμα καλοκαιριού, με τις
πυτζάμες και τις παντόφλες του, σέρνοντας ακόμα τα πόδια, πήγαινε προς το καφενείο
του Νιόλου (Ρουπάκη).
-Αχά, Τζώρτζη, για πού το’ βαλες; τον ρώτησε κάποιος που δεν ήξερε
την περίπτωση του.
-Σσσσ, σουτ, του λέει, πάω να ζυγώσω κάτι φαλαρίδες.
(Αυτός ήταν ο Τζώρτζης, που ακόμα και
μέσ' στον πόνο του έβρισκε την δύναμη να σκορπίζει γύρω το γέλιο και τη χαρά.)
Υ.Σ Γεράσιμε Κόκκινε (Τζέρι), τα γραφόμενά σου με συγκίνησαν ιδιαίτερα,
γυρνώντας με 57 χρόνια πίσω, όταν, στο τέλος της δεκαετίας του 1960, η καλή σου
μάνα, η κυρά Βούλα (η Βαλαώρου), μαζί και την κυρα-Κωνσταντούλα Ροδάτου (τ’
Ζβέρδουνα), μαγείρευε στα μεγάλα καζάνια των μαθητικών συσσιτίων τα
πεντανόστιμα κοκκινιστά, τις πατάτες «μπλουμ» και τα μακαρόνια, το πλιγούρι και
τα γιουβέτσια, το κίτρινο αμερικάνικο τυρί για το μεσημεριανό γεύμα των μαθητών
στο κτίριο της αστυνομίας, όπου στήνονταν τα μεγάλα στενόμακρα τραπέζια με του
ξύλινους πάγκους και που, μετά από έξι ώρες μάθημα, το φαγητό σας φαινόταν
γλύκισμα.
Μου θύμισες επίσης και τον πατέρα σου, τον
μπαρμπα-Χαρίλαο, τον κοκκινομάλη με την κεφαλονίτικη ομιλία, που όταν εμείς,
15χρονα παιδιά τότε, δουλεύαμε στα καβάλια και τις αρδευτικές των οριζώνων του
Καραβιά και του Κρασσά με το τσαπί και το λιζγάρι για το μεροκάματο, αυτός
πάντα με ευγένεια ξεχωριστή και καλοσύνη μας έδινε οδηγίες και μας άφηνε λίγο
χρόνο παραπάνω για ξεκούραση (Φίλε Μάκο Μπακογιάννη, εκεί πάνω στη Χαλκιδική,
πιστεύω να τα θυμάσαι...)
Τζέρι, να είσαι καλά όπου και αν βρίσκεσαι.


