X

Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η δική μου Κατοχή: Ο μπαρμπα-Γιώργος Χειμάρας.

Άφησε πίσω του τις γυμνές πλαγιές και τις ξηρολιθιές του Καρβασαρά (σήμερα Αμφιλοχία), που μονάχα λίγα καπνά  μπορούσαν να θρέψουν και ροβόλησε προς τα καμποχώρια της Παραχελωίτιδας, όπως έκαναν άλλωστε και αρκετοί Βαλτινοί και Ξηρομερίτες στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, να χορτάσουν το ψωμάκι του Θεού.

Ρίζωσε στο χωριό μας, έκανε συγγενικούς και φιλικούς δεσμούς και με την ευγένεια που τον διέκρινε, το ήρεμο τού χαρακτήρα, το άφθονο χιούμορ και την εργατικότητά του αγαπήθηκε απ' όλους, έγινε κι αυτός κατοχιανός, αφήνοντας την δική του σφραγίδα, την καθαρά ανθρώπινη, στην μικρή κοινωνία.

Σύντροφος της ζωής του η γειτόνισσά μας, η Ανδρομάχη, μία από τις τρεις κόρες του μπαρμπα-Γιώργου Μπαρμπέρη και της θεια-Παρασκευής, με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά, την Παρασκευή (Βούλα), τη Μαρίτσα, την Κωνσταντίνα (Ντίνα), τη Δροσούλα και τον Βασίλη, αληθινό μοσχομύριστο μπουκέτο λουλουδιών.

Στο ισόγειο του σπιτιού τους, που βρισκόταν στο έμπα του χωριού προς την ανατολική πλευρά, στη στροφή του κεντρικού δρόμου προς το ποτάμι, όπου και η γέρικη ελιά του Ροβόλη, έστησε το τσαγκάρικο, και στο επάνω δωμάτιο  με τη σκεπαστή λότζα η κυρα- Ανδρομάχη άπλωσε το εργαστήρι της Η Θεια-Μάχη, όπως την αποκαλούσαμε, ήταν πλούσια σε ψυχική ομορφιά, καλοσυνάτη γυναίκα, γεμάτη αγαθότητα. Ποτέ δεν μας φώναξε, ποτέ δεν μας έδιωξε από τον μεγάλο κήπο με τις πορτοκαλιές που ήταν στο πίσω μέρος του σπιτιού.

Με την ραπτομηχανή και τις βελόνες της έκανε καλλιτεχνήματα. Κεντούσε τραπεζομάντηλα, μαξιλαροθήκες, κουρτινάκια, μικρά υφάσματα για τον ασημένιο δίσκο σερβιρίσματος του γλυκού κουταλιού και του καφέ και τόσα άλλα. Η φήμη της δε, ως καλής κεντίστρας, είχε ξεπεράσει τότε τα σύνορα της Κατοχής και οι παραγγελίες από το Μεσολόγγι και την Πάτρα έρχονταν η μία μετά την άλλη.

Τις θυγατέρες της, με το που τέλειωναν το Δημοτικό Σχολείο, τις είχε μαζί της. Τις μάθαινε να ράβουν και να κεντούν. Τις δασκάλευε να είναι φρόνιμες, λιγομίλητες και σοβαρές, γιατί τα προξενειά δεν θ ΄αργούσαν, τη στιγμή  μάλιστα που μέσα απ' τα χρωματιστά φουστάνια τους άρχισαν να διαγράφονται οι πρώτες γυναικείες καμπύλες.

Το μαγαζάκι του μπαρμπα-Γιώργου ήταν χαμηλοτάβανο με την πράσινη ξύλινη πορτούλα προς το δρόμο και το μικρό παράθυρο, απ' όπου έμπαινε το λιγοστό φως. Στους τοίχους κρέμονταν ξύλινα ραφάκια καθώς και ασπρόμαυρες φωτογραφίες, με κεντρική εκείνη με το γραφικό λιμανάκι της πατρίδας του με τα ψαροκάικα.

Στο κοντό τραπεζάκι όλα τα σύνεργα: σφυριά, τανάλιες, βελόνες σουφλιά, φαλτσέτες, ξυλόπρογκες, βερνίκια, κερί, κερωμένο σπάγκο, πινέλα, καλαπόδια κι αυτός με την λερωμένη ποδιά να κάθεται με τις ώρες σκυφτός στην ξεφτισμένη ψάθινη καρέκλα και να δημιουργεί. Να κόβει το δέρμα, να σχεδιάζει, να βάζει σόλες και τακούνια, να χτυπάει με το σφυρί το δέρμα πάνω στον μπαρμπαλιά (το χοντρό σίδερο με σχήμα παπουτσιού) και να καρφώνει προγκούλες και καρφιά.

Και μόνο όταν η καμπάνα της εκκλησιάς σήμαινε εσπερινό, άφηνε τη δουλειά, σταυροκοπιόταν και σιγοψιθύριζε:

- Εσπερινός χτύπησε, αρκετά για σήμερα ...

Το βράδυ αποκαμωμένος από την κούραση της ημέρας χαιρόταν την συντροφιά των δικών του και τα Σαββατόβραδα τραβούσε για «τα μαγαζιά» στο πλάτωμα του χωριού ή προς το «Βελούχι» για να συναντήσει γνωστούς και φίλους και ιδιαίτερα τον Τζώρτζη και στα καφενεδάκια και τα μαγειρεία να πουν δυο κουβέντες, να τσουγκρίσουν τα κρασοπότηρα, να φιλοσοφήσουν περί του κόσμου και της ζωής, ν' ανοίξουν πολιτικές συζητήσεις.

 

Μάχη, καφέ στον Θόδωρο

Ο δαιμόνιος και αεικίνητος Χρήστος Κρασσάς (Σπρόϊδας) από μικρός καταπιανόταν με όλα. Από το να διορθώνει την σούστα (το κάρο) του πατέρα του, του μπαρμπα-Γιώργου, μέχρι να επισκευάζει μηχανήματα παντός τύπου.

Εκείνες τις ημέρες είχε φέρει στο χωριό το πρώτο ποδήλατο, κόκκινο κι αστραφτερό με την δερμάτινη σέλα και το κουδουνάκι του.

Η επίδειξη θα γινόταν στα «μαγαζιά», όπου κι όλο το τσούρμο των παιδιών.

Ποιος ήξερε τότε ποδήλατο; ελάχιστοι.

Κάποιοι δοκίμαζαν, προσπαθούσαν να ισορροπήσουν, να ξεκινήσουν. Μεταξύ αυτών κι ο Θόδωρος ο Μπακογιάννης (Γκόλιας), παιδί του μπάρμπα-Βαγγέλη του Μπακογιάνννη (Τρουμπόνης) και της κυρα-Διονυσίας (Νήσω). Ο Γκόλιας ήταν ιδιαίτερη περίπτωση κατοχιανού. Προς το μέτριο ανάστημα με ροδαλό πρόσωπο και σγουρά μαλλιά, το αριστερό χέρι μερικά εκατοστά πιο κοντό απ' τ' άλλο - εκ γενετής- κι ένα ξεχωριστό τρόπο ομιλίας. Πολλές φορές δεν πρόφερε ορθά τις λέξεις, έκοβε τα άρθρα, λες κι είχε δυσλεξία, άγνωστο γλωσσικό φαινόμενο για την εποχή.

Θέλησε, λοιπόν, να δοκιμάσει κι αυτός.  Ευλύγιστος δε όπως ήταν, εξοικειώθηκε γρήγορα. Κρατούσε καλή ισορροπία, σταματούσε, ξεκινούσε, πάταγε φρένο, έκανε γύρους, ώσπου ξεθάρρεψε, και νομίζοντας ότι τα καταφέρνει, νάτος και παίρνει τον μεγάλο κατήφορο προς τα Γαλανέϊκα Γκασουκέϊκα, Μπαρωνέϊκα, στρίβει απότομα στη γωνία, όπου σήμερα το καφενείο του Αριστείδη Τσάμη και με τη φόρα που είχε και μη μπορώντας να ελέγξει το τιμόνι και τα φρένα, μπουκάρει στην ανοιχτή πόρτα του τσαγκάρικου και μπαμ! σταματά μπροστά στον πάγκο. Ο μαστρο-Γιώργος τρόμαξε προς στιγμή, συνήλθε όμως γρήγορα, γιατί κατάλαβε τι είχε συμβεί.

Σήκωσε τα γυαλάκια του και μ΄ ένα γλυκό μειδίαμα και διάθεση πειράγματος:

-               Καλώς, το Θόδωρο (και φωνάζοντας τη γυναίκα του ). Μάχη, κάμε καφέ στον Λάκια.

Κι ο Γκόλιας θυμωμένος και ολίγον ντροπιασμένος που δεν τα κατάφερε:

-               Το ’ριτό τ’ , κάνει πόρτες μέσα ’ρόμου! ( ..Το Χριστό του, κάνουν πόρτες μεσ΄ στο δρόμο!!)

 Το τυχερό λαχείο

 Για τους νεότερους στην ηλικία αναγνώστες μας να σημειώσουμε ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50, ο στρατοκόπος που πορευόταν τον παραποτάμιο δρόμο απ' το Νιχώρ’ με προορισμό την Κατοχή, σαν έφτανε στο ύψος της γέφυρας που μέχρι τότε δεν υπήρχε (1958), τον περίμενε η «περαταριά», η βάρκα με τον σταλικέρη για να τον περάσει εδώθε. Από κει ακολουθώντας το πέτρινο καλντερίμι που είχαν φτιάξει οι Κατοχιανοί για να γλυτώσουν από τη σκόνη και τη λασπουριά του χωμάτινου δρόμου, στην πρώτη στροφή πριν ανηφορίσει για τα «μαγαζιά», συναντούσε το πρώτο προσκυνητάρι, το εικονοστάσι που έχτιζαν οι χωρικοί στα σταυροδρόμια συνήθως για να διώχνουν τα δαιμονικά. Στα συναπάντημα, λοιπόν, των δρόμων υπήρχαν δύο γραφικά καφενεδάκια. Δεξιά η "Χαραυγή" του Λυκομήτρου (Δημήτριος Στάϊκου Ρόμπολας) κι απέναντι η "Νυχτερίδα" του Μεμά. (Γεράσιμος Διον. Κοκοτός - "Μπρίκης»).

Στερεωμένα γερά σε πασσάλους κέδρινους (κέδρος) του Βγιονιού για ν’ αντέχουν περισσότερο και να μη σαπίζουν από την υγρασία, πλεχτούς τοίχους  από καλάμι σοβατισμένους με λάσπη, άχυρο και ασβέστη και η σκεπή με ψαθί ή ρένα για να γλιστράει ευκολότερα το νερό της βροχής.

Στις αυλές πυκνόφυλλες μουριές και σκιερά ήμερα πλατάνια, νυχτολούλουδα και κρίνα, και παντού απλωμένα στρογγυλά σιδερένια τραπεζάκια με ψάθινες καρέκλες.

Στο κέντρο της αυλής της "Νυχτερίδας" ξεχώριζε η μεγάλη θαλάσσια νάρκη, στρογγυλή, από την εποχή πολέμου που ψάρεψαν οι Μπρικέοι στη θάλασσα του Ιονίου και τώρα άχρηστη πλέον και ακίνδυνη έγινε γλάστρα, όπου μοσχοβολούσαν τα γεράνια και τα γιασεμιά.

Στο σημείο αυτό της ακροποταμιάς υπήρχε καθημερινά μεγάλη κίνηση. Κατοχιανές με το μακρύ μαντήλι στο κεφάλι και την πιδιλόγο, που με το που έφεγγε ο Θεός τη μέρα, κατέβαιναν στον πόρο για να γεμίσουν την μπούγλα με φρέσκο, καθαρό νερό του Αχελώου, και στη συνέχεια τα κιούπια και την κατσαρόλα για το μαγείρεμα, ξωμάχοι που τραβούσαν για τα χωράφια και τα ζωντανά, έμποροι και πραματευτάδες φορτωμένοι τους μπόγους με φορέματα και πανικά, ταξιδιώτες που κατηφόριζαν προς το " πέραμα" για να πάρουν την περαταριά και οι πρωινοί θαμώνες της "Νυχτερίδας" και "Χαραυγής" να πιουν τον καφέ τους και να μάθουν τα νέα του χωριού.

Στη "Νυχτερίδα" του Μεμά, του μπατζανάκη του κι ο μπαρμπα-Γιώργος για τον απογευματινό καφέ.

-               Λαχεία, τυχερά λαχεία, εδώ το λαϊκό…! ακούστηκε η φωνή του μεσολογγίτη λαχειοπώλη.

-               Για ζύγωσε, ώρε παιδί, κατά 'δω να τραβήξω ένα.

-               Γιώργο, καλοτύχερο!

Και σε λίγο:

-               Για να το δω κι εγώ, ώρε Γιώργο!

Το πήρε στα χέρια του ο Μιλτιάδης ο Ρόμπολας, το κοίταξε, το ξανακοίταξε προσεκτικά κι από τις δυο μεριές τόσο χρόνο, όσο να συγκρατήσει στη μνήμη του τον «τυχερό» αριθμό, που στη συνέχεια σημείωσε σ' ένα άδειο πακέτο τσιγάρων, χωρίς να γίνει αντιληπτός Το βράδυ του Σαββάτου θα γινόταν η κλήρωση.

Δευτέρα πρωί, στο καφενείο ο Μιλτιάδης διαβάζει τον «Νεολόγο», την εφημερίδα των Πατρών και φτάνοντας στην στήλη με την κλήρωση τονίζει με έμφαση:

-               Ο αριθμός ……της τρίτης σειράς κερδίζει το ποσό των 20.000 δρχ, (ποσό σημαντικό για την εποχή)

 

Τ' άκουσε ο Χειμάρας κι αναστατώθηκε. Έβγαλε κρυφά από την εσωτερική τσέπη του σακακιού το λαχείο, κοίταξε τον αριθμό, ήταν ο δικός του! Δεν είπε τίποτε, παρα μόνο φώναξε τον καφετζή:

-               Μεμά, κέρασε όλο το μαγαζί!

Πήρε μετά από λίγο την εφημερίδα κι έψαχνε βρει τον «τυχερό» αριθμό . Πουθενά!

-               Που είναι εκείνος ο αριθμός, ωρέ Μιλτιάδη, δεν τον βρήκα.

Κι ο Μιλτιάδης που το ’παίζε αδιάφορος:

-               Κάπου αυτού τον πήρε το μάτι μου. Μπορεί και να ’κανα λάθος…

 

 

ΥΓ1. Στην παρουσίαση του λευκώματος με τίτλο  «Φεστιβάλ Οινιαδών, 50 χρόνια φως και λόγος» η συγκίνησή μου περίσσευε . Σας ευχαριστώ όλους θερμά για τη συμμετοχή σας. Ήταν από τις πιο γλυκές και όμορφες στιγμές που θα πάρω μαζί μου, όταν έρθει το πέρασμα…

 

ΥΓ2. Συγκίνηση ξεχωριστή και από τον Παντελή Ράπτη, παιδί του μπαρμπα-Γιάννη και της «Κεφαλονίτσας», που  μετά απ' όσα άκουσε και διάβασε, μου λέει την άλλη μέρα: «-  Δάσκαλε, εγώ φεύγω για την Αθήνα. Πάρε το κλειδί του σπιτιού μου κι όποιος ξένος φοιτητής ή καθηγητής έρχεται στην Κατοχή για το Φεστιβάλ του θεάτρου, να πάει να μείνει στο σπίτι μου δωρεάν, όσο καιρό θελήσει».

Τέτοιος είναι ο κατοχιανός. Αυτός που αγαπάει τον ξένο, ο ευγενής, με την καλή καρδιά.

Εύγε σου, φίλε Παντελή.Να 'σαι πάντα γερός και χαρούμενος.

 

ΥΓ3. Στεφανία (Φανή) του "Τζώρτζη" στο πρoηγούμενο κείμενο για τον πατέρα σου σε «βάφτισα» Φωτεινή,ένα στον πίνακα ζωγραφικής σε ξαναβάφτισα με το σωστό. Σμπάθα ’με.

Ο Καρβασαράς των παιδικών του χρόνων.

Η ερειπωμένη πόρτα του τσαγκάρικου αποτελεί πλέον παρελθόν.

Μπροστά στον πάγκο του με φίλους.

Στο πανηγύρι της Μεταμόρφωσης τρίτος από αριστερά.

Στην "Νυχτερίδα". Στα δύο άκρα Θόδωρος Δ. Καραβιάς & Θόδωρος Β. Καραβιάς, το γυμνασιόπαιδο με το πηλήκιο ο Γεράσιμος Γ. Ρόμπολας (Λίρας) δίπλα ο αδερφός του Νίονιος και ο Χαρίλαος Παπασωτήρης. Στην πόρτα η θεια-Γόσω (Θεοδοσία) , η γυναίκα του Μεμά.

Ο ανώνυμος τσαγκάρης του λαϊκού Μεσολογγίτη ζωγράφου Δροσόπουλου.

Termino Cafe

Termino Cafe

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032


Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω