Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η δική μου Κατοχή: Ο μπαρμπα-Βαγγέλης Μπακογιάννης (Τρουμπώνης)

Την δεκαετία του ’50 κυκλοφόρησε η εντυπωσιακή αφίσα, που παρουσίαζε τον  μοναχό Ακάκιο με τη μακριά γενειάδα και τον καλογερικό του σκούφο να κατηφορίζει προς την πόλη πάνω στο γαϊδουράκι και το καλογεροπαίδι στην εξωτερική πύλη του μοναστηριού να του φωνάζει: «Ακάκιεεε…! τα μακαρόνια να είναι MISKOooo». Αυτό ακούγαμε τότε καθημερινά από το ραδιόφωνο.

Ο δημιουργός της αφίσας λες κι είχε υπόψη του τον κατοχιανό «Ακάκιο», τον μπαρμπα-Βαγγέλη Μπακογιάννη. Εκείνο το κοντακιανό και λεπτοκαμωμένο γεροντάκι με το μακρύ τριμμένο απ’ την πολυκαιρία πανωφόρι, τον σκούφο στην κεφαλή και την μαγγούρα του, που κάθε απόγευμα ανηφόριζε προς «τα μαγαζιά», και απόμαχος πλέον της ζωής, έπιανε το γωνιακό τραπέζι στου Ντίνου του Λουκά το καφενείο, έδινε την παραγγελιά του, καφέ ή κρασί, και μες στην ερημιά του, την μοναξιά του αναπολούσε τα περασμένα και θυμόταν…

Στο χωριό όλοι τον είχαν σε υπόληψη και τον αγαπούσαν. Δεν ενόχλησε, δεν «γρατσούνισε» κανέναν, δεν πάτησε μυρμήγκι, ήταν στην κυριολεξία άκακος. Άλλωστε, δεν ήταν τυχαίο που το εκκλησιαστικό συμβούλιο ανάθεσε σ’ αυτόν και τη γυναίκα του, τη Νήσω (Διονυσία) την καθαριότητα και την φροντίδα του ναού του αγίου Δημητρίου ένα διάστημα. (Για το ξωκκλήσια, θα θυμούνται οι παλιότεροι, είχαμε τον «Τζάβαλο» – Ευστάθιος Δρακονταειδής -.).

Από την τακτοποίηση των καθισμάτων και τα κηροπήγια, το άναμμα των καντηλιών, μέχρι την κολυμπήθρα και το άγιο βήμα (το ιερό), όλα ήθελε να είναι σε τάξη. Κι αν τύχαινε την ώρα της θείας λειτουργίας, κάποιοι παίδες να μιλούν, να σπρώχνονται, να τσιμπιούνται,  πάντα με το χαμόγελο τούς επανέφερε στο «σωστό δρόμο».

Ο μπαρμπα-Βαγγέλης μπορεί να μην ενόχλησε, να μην πείραξε κανέναν, όμως δεν έβρισκε την ησυχία του από μας τα λιανόπαιδα ή τους μεγαλύτερους.

 Ας όψεται, όποιος του ’δωσε αυτό το παρατσούκλι !

Με το που έκανε την εμφάνισή του από τη γωνία του Μπαρμπερέϊκου για το καφενείο, «Ακάκιεεε» ο ένας, «Ακάκιεεε» ο άλλος, του κάναμε τη ζωή δύσκολη. Όχι πως δεν τον σεβόμαστε ή δεν τον αγαπούσαμε, αλλά θέλαμε και μας άρεσε ν’ ακούμε τις «νόστιμες» λεξούλες που έβγαιναν απ’ το στόμα του με ’κείνη την χαρακτηριστική ψιλή φωνούλα, δήθεν θυμωμένα, γιατί του άρεσαν κι αυτουνού κάτι τέτοια και το χαιρόταν.

Και θα μαντεύετε, ασφαλώς, ποιο ήταν το ευγενές κατοχιανό λεξιλόγιο της εποχής που το μαθαίναμε απ’ τους μεγαλύτερους και στους τσακωμούς και τα παιγνίδια το ’χαμε ψωμοτύρι…

Σαν άκουγε, λοιπόν, από μας «Ακάκιεεε…», η απάντησή του τραγουδιστά, με ρυθμό και κυματισμούς, «Το μ..νι τ’ς μάνας αααας …».

Ο δε Γιαμαρδέλος (Γιώργος Πλαστήρας), ο μπαλωματής, που ’χε το μικρό τσαγκάρικο απέναντι ακριβώς από το Μπαρμπερέϊκο, άφηνε προς στιγμή τις βελόνες και το σφυρί και το ’κανε χάζι. Γελούσε με τη ψυχή του και το γέλιο του ακουγόταν ως πέρα.

Η θεια-Νήσω, η συμπαθητική γριούλα με τ’ ασημένια μαλλιά, το γλυκό προσωπάκι, τον λάτρευε και τον αγαπούσε.

Πορεύτηκε πλάι του χρόνια και χρόνια. Μαζί στα εύκολα και τα δύσκολα. Στις όμορφες και κακές στιγμές.

Φρόντιζε το νοικοκυριό της, ετοίμαζε τα παιδιά για το σχολείο, σκούπιζε την αυλή, κατέβαινε στο περιβόλι του Γρηγόρη Μπαρμπέρη με τις πορτοκαλιές, τις συκιές, τις δαμασκηνιές και τα ψηλά  κυπαρίσσια, να αντλήσει νερό απ’ το βαθύ πηγάδι, να μαγειρέψει, ν’ανάψει το τζάκι και τ’ απόγευμα να βγει στη γειτονιά και να τα πει με τις γειτόνισσες, να τους δώσει μυρωδάτο λιβάνι που έφερε ο «Ακάκιος» για να λιβανίσουν το σπίτι και το εικονοστάσι τους ή βαμβάκι  βουτηγμένο στο καντήλι του αγίου για ν’ αλείψουν το μέτωπο του παιδιού που ανέβασε πυρετό.

Στους αγαθούς, συμπαθείς και απλοϊκούς γονείς έμοιασαν και τα παιδιά τους. Ο Σπύρος (Τζούνιας), ο Θόδωρος (Γκόλιας), η Βασιλική και η Μισία.

Τ’  αγόρια, ευχάριστοι τύποι κι έξω καρδια. Μια μέρα  στην φτωχή τους καμαρούλα «εν μεγάλη ενθυμία ευρισκόμενα» το ’ρίξαν στο τραγούδι

«Σαν πήρα έναν κατήφορο

στην άκρη το ποτάμι

και το ποτάμι ήταν θολό,

θολό κατεβασμένο .. (άντε, ρούσα παπαδιά)»

-               Νήσουουου, Νήσουου που είσι, φωνάζει ο Ακάκιος την γυναίκα του, που τηγάνιζε ψάρια έξω στην αυλή. Έλα ν’ ακούσεις τ’ αηδονάκια μας, πόσο ωραία τραγουδούν! Σαν να κλαίει ο διάολος τα παιδιά του και χτυπάει λυπητερά η καμπάνα...

Δεν είχε πολλές απαιτήσεις από τη ζωή. Άφηνε το χρόνο να κυλάει ήρεμα. Ζούσε τις μικρές χαρές, τις ασήμαντες για πολλούς, με φίλους καλούς και καλή παρέα.

 

« Ωωχ! κι τι θα μ' καν' απόψι…»

 

Το βράδυ εκείνο βρέθηκε με τους πεταλιώτες (Πεταλάς) ψαράδες στο μαγειρείο του Μπρίκη (Παντ. Κοκοτού). Εκεί ο Κουλοπάνας (Πάνος Καραμήτσος), ο Ταρκάσης (Γιάννης Λοΐζος-Γιαννακούλιας), Σαμψώνης (Κώστας Ντόριζας), ο Κουρασίδας (Κώστας Πανάρετος), ο Καλιανέζος (Πάνος Πίτσικος), ο Λουρίδας (Θόδωρος Καφφές), ο Πάνος Πιλαρινός, που είχαν έρθει για σαββατοκύριακο στο χωριό και τη Δευτέρα να επιστρέψουν στο νησάκι (στο διβάρι του Πεταλά).

Καλοκαίρι, Ιούνης μήνας, ήσυχη νύχτα με καθαρό ουρανό και τ' αστέρια να ’χουν κατεβεί τόσο χαμηλα!

Οι νοστιμιές του Μπρίκη με το κοκκινιστό της κατσαρόλας, τις φαλαρίδες λαδορίγανη, και το λαγό στιφάδο που το ’σβηνε με κρασί βαρελίσιο, έφερε το ένα ποτήρι μετά το άλλο.

Τσούγκριζαν και έπιναν. Ξαναγέμιζαν και ξανάπιναν και η κουβέντα «περί παντός του επαισθητού», και πάντοτε να τους φταίει η εκάστοτε κυβέρνηση ή ο τοπικός βουλευτής. Και κάθε τόσο επαναλάμβαναν τη γνωστή φράση, ως ρεφρέν: «…των ανθρώπων αυτών...» και έτειναν το δάχτυλο δείχνοντας στο κενό.

Η ώρα είχε περάσει, ο μαγαζάτορας άρχισε να κλείνει τα εξώφυλλα του μαγαζιού και σιγά-σιγά ένας – ένας, με μάτια κόκκινα και ύφος σοβαρότατο, άρχισε να αποσύρεται. Τώρα, πως έφταναν στο κονάκι τους «σώοι και αβλαβείς», βαδίζοντας χωρίς φως, μέσα σε 'κείνα τα στενά και κακοτράχαλα δρομάκια, αυτοί μόνο γνώριζαν!

Ο Ακάκιος ένιωθε πολύ βαρύς. Είχε ξεπεράσει το όριο της οινοποσίας. Κατάφερε όμως, πότε στηριζόμενος στο μπαστούνι, πότε ακουμπώντας στους τοίχους των σπιτιών, να φτάσει στο φωχικό του τρικλίζοντας και φαρδύς-πλατύς να πέσει στην ψάθα και ν΄αρχίσει  το βογγητό:

« Ωωωχ! Ώωωχ….., και το ωωχ!» αυτό να ακούγεται σ' όλη τη γειτονιά με τα χαμόσπιτα  που ’χαν κουρνιάσει το ένα δίπλα στο άλλο στον γκρίζο βράχο της βορειοανατολικής πλευράς του χωριού. Ανοιχτά παράθυρα, το βαγγήτο καθαρό και έντονο, διέκοπτε τη σιωπή της βραδιάς και οι γείτονες να μην κλείνουν μάτι.

Στο απέναντι ψηλό πετρόκτιστο σπίτι του Λουκά (Γιαννιάς) με την γυριστή σκάλα και τα μεγάλα δρύινα βαρέλια στο υπόγειο, κοιμόταν η οικογένεια της δασκάλας της Γιαννιούς (Γεωργία Φλέκα), που την άλλη μέρα είχε σχολείο κι ήθελε να κοιμηθεί η γυναίκα.

Μη μπορώντας ν’ ακούει τα ωωωχ! και ώωωχ! του Ακάκιου βγαίνει στο μπαλκόνι με το νυχτικό κι από ’κει ψηλά, με την χαρακτηριστική μωραΐτικη ψιλή προφορά της, του φωνάζει:

-               Μπαρμπα-Βαγγέλη, πάψε, σταμάτα, θέλουμε να κοιμηθούμε!

Ο καλός μας Ακάκιος κάτι κατάλαβε, κάτι άκουσε και σιώπησε.

Μετά από λίγο ξανάρχισε. Πετιέται και πάλι απ’ το κρεβάτι η κυρα-δασκάλα και πιο αυστηρα τώρα :

-               Μπαρμπα-Βαγγέλη σταμάτα! Αλλιώς δεν ξέρεις τι θα σου κάνω απόψε!

-               -Κι τι θα μ’ κάν’ς; (απαντάει ο Ακάκιος μες στο μεθύσι του)

-               - Θα στείλω να σε γα…..σουν!

Tι το θέλε να το πει αυτό η Γιαννιού! Τώρα άρχιζε φωνάζει πιο δυνατά:

-               Ωώχ! ωώχ ! κι τι  θα μ΄κάν’ απόψι, ωώχ!.....

Το πρωί στο σχολείο η δασκάλα σίγουρα θα έκανε το καλύτερο μάθημα της ζωής της!

 

«ιξόν τα τυχηρά...».

 

 Άφθαστη η χαρά του Ακάκιου στο γάμο του τρίτου παιδιού του,  του Θόδωρου (Γκόλιας) με την Ελένη, την νεαροτάτη , λιγερή και ροδοκόκκινη Πενταλοφιώτισσα με το όμορφο κεφάλι, το συμμετρικό με την πλούσια κώμη,ως άλλη Καρυάτιδα, τα μεγάλα καστανά μάτια τα υγρά και το πλατύ, καθαρό χαμόγελο.

Κατά δέκα χρόνια τουλάχιστον μικρότερη απ’ τον άντρα της, με το που πάτησε το πόδι στο χωριό, οι κρίσεις και τα σχόλια καθώς και τα περίεργα βλέμματα που έπεφταν πάνω της περίσσευαν. Μήπως και σήμερα κάτι παρόμοιο δεν συμβαίνει στις μικρές κοινωνίες;

Φτωχοί και οι δυό τους, πιάστηκαν χέρι-χέρι και ρίχτηκαν στο μεροκάματο. Πάλεψαν σκληρά σ' όλη τους ζωή. Στις Λάκες, στο λοφίσκο κάτω από το δασάκι της Παναγίας, λίγα μέτρα από την γέρικη ελιά, έστησαν το σπιτάκι τους  και στην άκρη της φράχτης κατά το προσήλιο φύτεψαν την κλιματαριά. Αυτό ήταν το παλάτι τους, που γέμισε φωνές, τραγούδια και χαρά, όταν ήρθαν στον κόσμο, η Διονυσία, ο Βαγγέλης και η Μαρία, τα τρία αγγελούδια. Εκεί μέσα έβρισκαν απάγγειο τους ψυχρούς χειμώνες, κι εκεί ένιωθαν την τρυφερή αγκαλιά της μάνας και τον ίσκιο του πατέρα.

Στο σκάψιμο και το σκάλισμα των αμπελιών, το βοτάνισμα, το θέρο και τον τρύγο μέχρι το κτίσιμο σπιτιών οι γονείς, και στη φροντίδα των εγγονιών ο Ακάκιος με τη θεια-Νήσω.

Τους θερινούς μήνες η κυρα-Λένη, μαζί με άλλες γειτόνισσες, μετά το ξενύχτι στο βγάλσιμο των φασολιών, το απόγευμα τραβούσαν και πάλι κατά τον κάμπο για το «κοκολόϊ».

Ό,τι απόμενε στο χωράφι μετά το μάζεμα των φασολιών ή έπεφτε στο δρόμο από τα κάρα και τις ρυμούλκες των τρακτέρ ή πιανόταν από τους αγριόβατους και τα παλιούρια,τα μάζευαν στο μεγάλο τσουβάλι, το γέμιζαν και το ΄φερναν στο μπακάλικο του Μάτσικα για ν’ ανταλλάξουν το περιεχόμενο του με λάδι, ζάχαρη κι όλα τα χρειαζούμενα.

Πολλές φορές η κυρα-Λένη, ολομόναχη, έφτανε μακριά για να μαζέψει όσο μπορούσε περισσότερα, δεχόμενη συχνά, τα «πειράγματα» και τις «υποσχέσεις» κάποιων που νόμιζαν, ότι με την οικονομική τους ισχύ, μπορούσαν να εξαγοράσουν την ηθική, την τιμή και την αξιοπρέπεια του χωριανού τους.  Αυτή όμως τα προσπερνούσε όλα αυτά και συνέχιζε.

 «Σαν να ’χαν ποτέ τελειωμό

τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου…»!

Κάποιοι νοικοκυραίοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι στο χωράφι τους τις  «κοκολόϊσσες», πολλές απ’ τις οποίες έρχονταν απ΄την Κεφαλονιά, το Θιάκι, τη Λευκάδα, την Άρτα για δουλειά στα ψωμοτόπια της Κατοχής και του Νιχωριού.

Υπήρχαν όμως και μερικοί που συμπονούσαν. Και μου ’ρχεται στη σκέψη τούτη την ώρα ο μπαρμπα Μαυρομάτης ο Γαρμπής με τα πολλά παιδιά: τον Γιάννη, την Φρόσω, τον Μήτσο,την Βασιλική, την Γερασιμούλα, την Βγένα, την Βέφα (Γενοβέφα) τη συμμαθητριά μας, την Νίκη.

Όταν φορτώναμε τα φασόλια στις ρεμούλκες για να πάνε στ’ αλώνι, εκεί κάτω στην Λεύκα και τον Ανάυρο, μας έλεγε:

-               Παιδιά, αφήστε και καμιά φασολιά για τις «κοκολόϊσσες», θα ’ρθει η Γκόλινα, η γυναίκα του Λάκια. Ας πάρουν κι αυτές το μερίδιό τους.

Ήμερος άνθρωπος ο μπαρμπα-Μαυρομάτης, γεμάτος καλοσύνη.Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να αλαφρώσει τη φτώχεια του χωριανού του, του ξένου…

Η κυρα-Λένη δοκίμασε την τύχη της και στη Γερμανία, ως εργάτρια στο εργοστάσιο. Δεν άντεξε για πολύ. Έβλεπε τον εαυτό της σαν ένα εξάρτημα της μηχανής, ένιωθε σαν ένας απρόσωπος αριθμός. Το Νο 15 και τίποτε άλλο. Γι’ αυτό και γύρισε πίσω να βρεί το νόημα και το ανθρώπινο στοιχείο της ζωήςτης.

 Την δεκαετία του ’70 η οικογένεια μετοίκησε στην Κόρινθο για εργασία. Ο Θόδωρος ως χτίστης και κατασκευαστής τσιμεντόπλινθων και η Λένη ως καμαριέρα, καθαρίστρια σε ξενοδοχείο. Ως καμαριέρα,πέρα απ' το κανονικό μισθό, εξασφάλιζε και τα πάσης φύσεως φιλοδωρήματα που άφηναν οι πελάτες ανάλογα με την περίπτωση.

Ο Κώστας ο Βύσσιος, ο Μάκος ο Καραντζογιάννης, ο Ντίνος ο Λουκάς, ο Λάκης ο Θεοφιλάτος (τς’ Χάϊδως) και οι άλλοι των μαγαζιών που και που ρωτούσαν τον Ακάκιο: - τι κάνει ο Θόδωρος;  πως περνάει στην Κόρινθο;

όχι φυσικά από έγνοια και ενδιαφέρον, παρά μόνο ν' ακούνε τη φωνή του και να το διασκεδάζουν.

-               Μπαρμπα-Βαγγέλη, τι νέα απ' τον Θόδωρο, βρήκε δουλειά;

-                Πολύ καλά, πολύ καλά, έχει καλή δουλειά, φτιάχνει τσιμεντόπλινθες με το κομμάτι.

-               Και η γυναίκα του;

-               Κι αυτή, δουλεύει στο ξενοδοχείο.

-               Και πληρώνεται καλά;

-               Πληρώνεται με το μήνα. 1.200 δραχμές το μήνα, ιξόν τα τυχηρά (εκτός απ' τα τυχερά»).

(Μπαρμπα-Βαγγέλη – «Ακάκιε», αθώα ψυχή, σε θυμόμαστε…)

 

ΥΓ.: Την Διονυσία, την πρώτη κόρη, τη βάφτισε η αδελφή μου , η Αναστασία, κ΄ έτσι γίναμε κουμπάροι με τον Ακάκιο.

Διονυσία, Βαγγέλη, Μαρία όπου κι αν βρίσκεστε, σας στέλνουμε την αγάπη μας

Το σπίτι του "Ακάκιου" στη φθορά του χρόνου.

Το Λουκέϊκο με τις αποθήκες του κρασιού.

Του Γρηγόρη Μπαρμπέρη με το μεγάλο περιβόλι

Στην ταβέρνα του "Μπρίκη" ( Γιώργος Καραντζογιάννης - Παντ. Κοκοτός)


Το καταφύγιο του "Γκόλια" σήμερα.

Στο σκάλισμα, στο βότανο, στο μάζεμα, στο θέρο...."Γη ποτισμένη με ιδρώτα και αίμα"


Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186

Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω

Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032


Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186