Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Έμπαινε Γιούτσο

“ Έμπαινε Γιούτσο...”

      Ηλία,

      Επειδή το άρθρο που ανέβασες στις 7-3-2025 στην εφημερίδα σου με τίτλο : «57 χρόνια σαν μια μέρα», όπου αναφερόμουν στον διεθνή ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Αριστείδη Παπάζογλου, προκάλεσε «ταραχή» και συγκίνηση μεταξύ άλλων και στον συμμαθητή και αγαπητό μου Τάσο Πανταζόπουλο (Ντακνάς) που ζει στη Μελβούρνη της Αυστραλίας και ο οποίος συχνά με αποκαλεί «κρυφο-βάζελο», ενώ ξέρει ότι είμαι γαύρος, για να τον «εκδικηθώ», επίτρεψέ μου να του αφιερώσω με πολλή αγάπη τις παρακάτω σειρές, μήπως και τον κάνω ν’ αλλάξει ομάδα!!!

      Μετά τη γερμανική κατοχή (1944) ήρθε στο χωριό μας ένας ψηλός, λεβεντόκορμος μεσολογγίτης, κομψοντυμένος με την τραγιάσκα του λίγο στραβά, έστησε την ραπτομηχανή «Singer» στο μικρό χαμόσπιτο της «πάνω πλατείας», τον μεγάλο πάγκο για να απλώνει και να κόβει τα υφάσματα, τα ράφια κι όλα του τα εργαλεία : Τη μεγάλη ψαλίδα, τη μεζούρα, τους χάρακες και τα τρίγωνα, κλωστές, βελόνια, ντιμπισίρια (κιμωλία) κι άρχισε να ράβει παντελόνια, σακάκια, κοστούμια, πανωφόρια. Όταν έπεφτε πολλή δουλειά, είχαι άξιο βοηθό την γυναίκα του, την κυρα-Κωστούλα, με την οποία δημιούργησαν μια υπέροχη οικογένεια.

      Άριστος στην τέχνη της ραπτικής. Το ρούχο μιλούσε πάνω σου. Άλλωστε, δεν ήταν τυχαίο το: «ο μάστορας», όπως τον αποκαλούσαμε. Και η προσωνυμία του αυτή του ’μεινε μέχρι το θάνατό του. Όταν λέγαμε ο μάστορας, εννοούσαμε τον μαστρο-Θόδωρο Διαμαντόπουλο (Ραματζής). Γνωστοί οι κατοχιανοί για τα παρατσούκλια τους!

      Έζησε κοντά μας πέντε δεκαετίες, έγινε ένα με μας, έμαθε τα χούγια μας κι εμείς τα δικά του. Όλα του τα χρόνια έμεινε ο απλός, ο ευγενικός στους τρόπους μεσολογγίτης, ο συνεπέστατος με τους πελάτες, ο μεγάλος χιουμορίστας και «ηθοποιός».

      Το Μεσολόγγι δεν το ξέχασε ποτέ του. Σε κάθε συζήτηση γυρνούσε στις ρίζες του. Μας έλεγε για τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, που σημαδεύουν την ψυχή του καθένα μας, τα παιχνίδια  στις αλάνες και τα σάλτσινα, το αμπόλημα στα στενά δρομάκια της πόλης, την απόλυτη ελευθερία και τις βουτιές στη λιμνοθάλασσα «την ήσυχη, τη ρηχή, τη μεγάλη» και την αγαπημένη του ΑΕΜ (Αθλητική Ένωσις Μεσολογγίου).

      Από μικρός ήταν μέλος της Φιλαρμονικής του Δήμου και γνώριζε να παίζει άριστα ακορντεόν, τρομπέτα, αρμόνιο και το μεγάλο τύμπανο.

Το βραδάκι που τέλειωνε τη δουλειά, ερχόταν στο καφενείο του Τάσου του Φραγκαναστάση (Κοκόερας) και του «Μίκα» αργότερα για το καθιερωμένο τσάι του βουνού με λίγο κονιάκ και πολιτική συζήτηση. 

      Εμείς οι γυμνασιόπαιδες που συχνάζαμε στα σφαιριστήρια του μπαρμπα-Τάσου, όταν τέλειωναν οι δραχμούλες μας, μαζευόμασταν γύρω του, είτε να ακούσουμε μεσολογγίτικες ιστορίες  ανέκδοτες είτε να μας μιλήσει για τη ζωή και τα έργα των μεγάλων της μουσικής (Μπετόβεν, Μότσαρτ, Βάγκνερ, Σκαλκότα), για μουσικές νότες και συμφωνίες, ακούσματα πρωτόγνωρα και παράδοξα για μας, τα παιδιά του χωριού.

      Προσφέρθηκε μάλιστα τότε (1970), όλως εθελοντικά, να δημιουργήσει και στο χωριό μας τμήμα φιλαρμονικής με τους προσκόπους, αλλά ατυχώς, η πλειοψηφία των κοινοτικών συμβούλων απέρριψε το αίτημά μας, παρά τις εξηγήσεις που προσπαθούσε να τους δώσει ο ίδιος, μήπως και τους πείσει, ώστε να καταλάβουν τη σημασία που είχε αυτό για τους νέους μας. Τόσο μπροστά έβλεπε ο μάστορας! Κι όμως κάποιοι απ’ αυτούς τον ειρωνεύτηκαν κιόλας!

      Αντίζηλός του, τόσο στην μουσική όσο και στα ποδοσφαιρικά ο αιτωλικιώτης τσαγκάρης Κώστας Βύσσιος που πήγαινε κι αυτός στην Φιλαρμονική του Μεσολογγίου.

      Καμιά φορά στην κουβέντα μας του πετούσαμε και τούτο : «ότι ο Βύσσιος έπαιζε καλύτερα την τρομπέτα από αυτόν». Με μιας σταματούσε το ράψιμο, κατέβαζε τα γυαλιά, σηκωνόταν απ’ την καρέκλα για να κάνει την σχετική κίνηση και, σκάζοντας στα γέλια : «Ποιός; ο Βύσσιος; χα, χα, χα. Μωρέ, αυτός δεν ξέρει να παίζει τίποτε άλλο παρά μονάχα: Βουμ-πα-πα, βουμ-πα-πα!»

      Ο Ντακνάς τον βασάνιζε με την «οργή Θεού». Πήγαινε στο καφενείο του μπάρμπα Μήτσου Μισυρλή (Μποτίλιας) που ήταν στο άλλο δρομάκι, κι έριχνε δραχμές στο ηλεκτρόφωνο για να παίζει συνέχεια το τραγούδι «οργή Θεού ου ου ου ου» με τον Σπύρο Ζαγοραίο, τον λαϊκό τραγουδιστή της εποχής. 

      Τι τον ήθελες τότε τον «μάστορα»! Παρατούσε το ράψιμο κι έβγαινε στην πόρτα να δει ποιος είναι ο «ένοχος». Ο μαστρο-Θόδωρος μαθημένος στην κλασσική μουσική ούτε ν’ ακούσει τέτοια!

      Μεγάλη του αγάπη ο Παναθηναϊκός (ΠΑΟ). Όταν μάλιστα ο ΠΑΟ έφτασε να παίξει στον τελικό του Κυπέλου Πρωταθλητριών Ευρώπης με τον «μεγάλο» Άγιαξ της Ολλανδίας, στο Γουέμπλεϋ το 1971, κάτι που δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να πετύχει άλλη ελληνική ομάδα, τότε ήταν που έβγαλε το άχτι του απέναντι στον Ξούρα (Παντελής Ρόμπολας) και τον Κώστα Βύσσιο (σφοδροί ολυμπιακιώτες αυτοί!).  Η ιστορική εκείνη φωτογραφία της ομάδας του ΠΑΟ στο  Γουέμπλεϋ κοσμούσε τον τοίχο του ραφείου του μέχρι το θάνατό του. 

      Καθημερινά δεχόταν μεγάλο "πόλεμο" από τους φανατικούς ολυμπιακιώτες και όλα για τη δημιουργία χαρούμενης ατμόσφαιρας που κι ο ίδιος επίζητούσε.

      Όταν ήρθε στον Ολυμπιακό ο μεγάλος φορ Νίκος Γιούτσος, φοβερός γκολτζής, σε όλη την  Ελλάδα ήταν γνωστή η ιαχή: «Γιούτσος, Γιούτσος», «έμπαινε Γιούτσο!»

      Ο μάστορας ούτε να τ' ακούσει! Κι όσο δεν ήθελε, τόσο δεν τον αφήναμε ήσυχο. Εκείνος δε, που τον «τυραννούσε» πολύ ήταν ο Αλέκος ο Κοταντάκης. Του είχε γίνει εφιάλτης!

      Κάποιο Σάββατο του 1965 αρκετοί φίλοι και συμμαθητές ήμασταν στο ραφείο και χαζεύαμε την πρόβα που έκανε ο «μάστορας» στο παντελόνι του Χρήστου Αθανασόπουλου (Μπάϊας) και μάλιστα ήταν η στιγμή που τον ρωτούσε, αν είναι «δεξιός» ή «αριστερός», δηλαδή, προς ποια πλευρά του παντελονιού βάζει τα γεννητικά του όργανα, ώστε ανάλογα να το σχεδιάσει, και συνέχιζε: « Μωρέ επιτέλους, γλίτωσα από ’κείνο το παιδί του Καυλιώνη (Πάνος Κοταντάκης). Τώρα που πήγε στρατιώτης θα ησυχάσω για δυο χρόνια. Κάθε πρωϊ που περνούσε να πάει στο Γυμνάσιο τον άκουγες: «Γιούτσος, Γιούτσος», και μ’ ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι!». 

      Δεν πρόλαβε να τελειώσει τον λόγο του, και κατά διαβολική σύμπτωση, από τη γωνία του Μπαρμπέρη ακούστηκε η φωνή του Αλέκου που είχε έρθει στο χωριό με 48ωρη άδεια : «Γιούτσος, Γιούτσος!»

      Τι τον ήθελες τον μάστορα! Μεζούρα, βελόνια, καρφίτσες, κλωστές του πέφτουν απ' τα χέρια και όπως ήταν σκυμμένος, πετάγεται με τα χέρια ψηλά, φωνάζοντας ι: «Να τος, να τος ο διάολος, ήρθε πάλι να με βασανίσει!».

(Αξέχαστε μαστρο-Θόδωρε!) 

Φιλικά,

 Γιώργος Ρόμπολας

Υ.Γ. Φίλη αμερικανίδα που διδάσκει ελληνική γλώσσα σε Πανεπιστήμιο της Αμερικής, διαβάζοντας το προηγούμενο άρθρο μου, της 7-3-2025, μου τηλεφώνησε για να της εξηγήσω τι σημαίνει η λέξη «Ντακνάς».«Άνοιξα, μου είπε, όλα τα λεξικά και δεν την βρήκα πουθενά.»Της εξήγησα ότι τέτοιες λέξεις υπάρχουν μόνο στο κατοχιανό λεξικό που γράφει : «Ο Τάσος Πανταζόπουλος όταν ήταν παιδί 3-4 ετών, βρήκε πεταμένο ένα παλιό ζευγάρι γυναικεία παπούτσια ψιλοντάκουνα πίσω στον σκουπιδότοπο της εκκλησίας του Αϊ Θόδωρου. Τα φόρεσε και πήγε μ' αυτά περπατώντας μέχρι το «αλωνάκι» για να κάνει «επίδειξη μόδας». Μόλις τον είδε ο Μελιγρίνης (Γεράσιμος Κ. Μανέτας) του κόλησε αμέσως το παρατσούκλι: «Ντακουνάς-Ντακνάς, Ντακουνάκιας-Ντακνάκιας».

(Ντακνά, η μπύρα που πίνω στο «Βελούχι» με τον βάζελο γείτονά σου, τον Αντώνη Καβαλιεράτο, είναι από ‘σένα. Σε περιμένει πώς και πώς. Προετοιμάσου! Χαιρετισμούς απ’ όλη την παρέα).


Όμορφες θύμησες από τα παλία:

 

Από αριστερα: στη φωτογραφία που ακολουθεί:
Θόδωρος Διαμαντόπουλος (ο «μάστορας»), Γιώργος Πλαστήρας (Γιαμαρδέλος), Θόδωρος Λαχανάς (Λάκιας), Κωνσταντίνος Καπώνης ( Γκέκας).

Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω
Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032


Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186