X

Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Ο μπαρμπα-Μήτσος Ρόμπολας (Καρβέλας) και η Λάμπρω

Η δική μου Κατοχή



Ο μπαρμπα-Μήτσος Ρόμπολας (Καρβέλας) και η Λάμπρω



Του δάσκαλου Γιώργου Ρόμπολα



Το καλοκαίρι, με το που έκλειναν τα σχολεία, οι γονείς μας μας έχαναν. Ξυπόλητα ξαμολιόμασταν στ΄αμπέλια και τις ακροποταμιές, άλλα να στήσουν παΐδες (παγίδες) κι (α) ξόβεργες να πιάσουν πουλιά, να βρούν φωλιές από ατσάραντους και τουρκοπούλες, άλλα να κλέψουν κεράσια κι απίδια, κι άλλα τέλος, καταϊδρωμένα, να κατέβουν στις (α)ξέρες του ποταμιού να παίξουν ή να κολυμπήσουν, χωρίς να υπολογίζουν τον κίνδυνο.

Ο πατέρας μου – μύρο το χώμα που τον σκέπασε- για να με προφυλάξει μ’ έστελνε να βοηθάω τον θείο μου Γιώργο Καφφέ, αδελφό της μάνας μου, στο καφενείο. Να πλένω ποτήρια και να ψήνω καφέδες στη χόβολη, να σερβίρω, να γεμίζω τις νταμπζάνις (νταμπουζάνες) κρασί και να τις κατεβάζω στο πέραμα, όπου ο βαρκάρης Δημήτρης Τρούπος (Δεμέστιχας) θα τις περνούσε στο Νιοχωρίτικο κι από ‘κει στα κρασοπωλεία του Μεσολογγίου και Αιτωλικού.

Τις μέρες εκείνες έτυχε να βρίσκεται στο χωριό ο σπουδαίος ψάλτης και τραγουδιστής Σεραφείμ Γεροθόδωρος από τη Ρίγανη. Ήρθε να δει την αδελφή του κυρά-Αθανασία, γυναίκα του μπαρμπα-Μάκου του Γαρμπή (τ΄Χασουμέρ’), καθώς και την κόρη του Βγένα, που είχε παντρευτεί τον Στάθη τον Λουκά, παιδί τ΄ μπαρμπα-Γιάνν’ τ’ Μτζούρ’.

Το βράδυ του Σαββάτου βρέθηκε στο μαγειρείο του Μανέτα με φίλους καλούς και συντρόφους, τον Χρήστο Κατσάνο, Πάνο Μπαβολή (Κουντίνας), Γιώργο Καπώνη (Τζώρτζη), να «τσιμπήσουν» κάτι, να πιούν, να τραγουδήσουν.

Μέσα απ’ τα ψαλσίματα και τα γυρίσματα των τραγουδιών, κάποια στιγμή ο Σεραφείμ έπιασε το:

«Όσο το ύψος τ’ ουρανού,

το βάθος της θαλάσσης,

τόσο διασίδι διάζεται

η κόρη στην αυλή σου…»



Στα γωνιακό τραπέζι ο μεσόκοπος, μεγαλόσωμος άντρας με την τραγιάσκα, με μάτια γεμάτα παιδική αγαθότητα, που όταν γελούσε, στο πρόσωπό του έλαμπε η καλοσύνη του κόσμου, στο άκουσμα του τραγουδιού άρχισε να δακρύζει. Δεν ήταν απ’ το κρασί, έκανα λάθος! Έφερε στη θύμηση την γυναίκα του, τη Ρηνιώ, την όμορφη Καραβιοπούλα (αδελφή του Ν. Καραβιά), που αρκετά χρόνια πριν, ώρες ατέλειωτες καθισμένη στον αργαλειό, ετοίμαζε τον γίκο της (γιούκος), το προικιό της. Ύφαινε με τέχνη και χάρη χοντρά ρούχα, τα διασίδια της. Χρωματιστά κιλίμια και ταπέτα, κουβέρτες, κουρελούδες, φλοκάτες και σαΐσματα.

Tην πήρε από έρωτα. Όμως δεν την χάρηκε για πολύ. Μόλις στα εικοσιδυό της, με τη γέννηση του παιδιού, την ίδια βραδιά έφυγε για το «στερνόν της ζωής της ταξείδιον…». Τότε κατοχιανές γυναίκες, που βρίσκονταν σε περίοδο γαλουχίας, ήρθαν πρόθυμες να μοιραστούν το γάλα του παιδιού τους με το ορφανό.

Η Σταθιού (μάνα του Γιάννη Σταθιά), η Μητσάκαινα (του Αριστείδη Μποβολή), η Γαλάζαινα (Κώστα Πλακίδα), η Κοντέλαινα ( Σωτήρη Βαλασωτήρη), η Ταρκάσαινα (Κώστο Λοΐζου), η Κώτσινα (Λάκια Λαχανά), η Τσάμινα (Αριστ. Τσάμη), η Προζύμου (Ντόριζα) καθώς και άλλες έδωσαν ζωή στο βρέφος τον πρώτο καιρό. Ο πατέρας, ο μπαρμπα-Μήτσος Ρόμπολας (Καρβέλας), μετά απ’ αυτό που τον βρήκε αποτραβήχτηκε κάπως απ’ τη ζωή. Δεν έλεγε πολλά. Πορεύτηκε στη ζωή καταμόναχος. Είχε τη δική του φιλοσοφία: « Η πρώτη γυναίκα φέρνει προκοπή στο σπίτι», απαντούσε σ’ όσους του ‘λεγαν να κάνει δεύτερο γάμο.

Τον μεγάλο του πόνο τον απάλυνε με λίγο κρασί και τη συντροφιά μερικών φίλων.

Άνθρωπος δουλευταράς, όλα του τα χρόνια πάλαιψε με τη γή. Την έσκαψε, την έσπειρε, τη θέρισε, φύτεψε ελιές κι αμπέλια, μπόλιασε (κέντρωσε) αγριοσυκιές και γκορτσιές (αγριοαχλαδιές), γέμισε το χωριό με περιβόλια και λαχανόκηπους.

Στ’ αχούρι του, το μεγάλο αχυρώνα που ‘χε στις Λάκες, έθρεψε άλογα για ξένους αγοραστές ή δανεικά σε συγχωριανους του.

Κι όλα αυτά στον αγώνα για το ψωμί.

Στο τέλος της μέρας, καθώς γύριζε με το κάρο απ’ το χωράφι, σαν έφτανε στην είσοδο του χωριού και πλησίαζε στην ελιά της Παναγίας, όπου ο φτωχός καλόγερος του μοναστηριού σε χρόνους μακρυνούς είχε στήσει το πέτρινο εικονοστάσι, ξεπαίζευε, άναβε το καντήλι και ασκεπής έστελνε την μικρή του δέηση για την ψυχή εκείνης..

Η αδελφή του Λάμπρω, 2-3 χρόνια μεγαλύτερη, όταν χήρεψε ο Καρβέλας, στάθηκε δίπλα του. Έμεινε ανύπαντρη. Μαζί του πέρασε όλες τις πίκρες της ζωής. Στην αγκαλιά της βρήκε το παιδί την αγάπη της μάνας, αγάπη χωρίς σύνορα. Έγινε το “μανάρι” της, που την ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινε, σαν πιασμένο με παραμάνα στην σταχτόμαυρη φούστα της, όπως φορούσαν τότε όλες οι κατοχιανές, και κάτω από την μπροστοποδιά, στις δύο τσέπες είχε τα λίγα χρηματα στη μία, που έδενε με σπάγγο, κι ένα μπουκαλάκι κρασί στην άλλη ή κονιάκ, αν ήταν χειμώνας. Αγαθός άνθρωπος και αθυρόστομη. Η ελευθερία του στόματός της έστελνε και Δεσπότη ακόμη στον διάολο.

Κοντά στον Καρβέλα είδε να μεγαλώνει το παιδί, τα εγγόνια αργότερα, τα κλήματα και οι ελιές.

Στ’ αμπέλι της ακροποταμιάς φύτεψε με τα χέρια της τις δύο πετροκερασιές, που ‘χαν θεριέψει και στα παιδικά μας μάτια φάνταζαν πλατάνια, και κατά το τέλος του Μάη, με το που κοκκίνιζαν οι καρποί, τραβούσαν των «παθών τους τον τάραχο» από τις μικρές συμμορίες των παιδιών, που μέσ’ στο καταμεσήμερο έτρεχαν κατά ’κει, σκυμμένα κάτω απ’ τις κληματαριές για ν’ αποφύγουν το βλέμμα του κοινοτικού αγροφύλακα, του μπαρμπα-Στάθη Κοσμάκη, ο οποίος είχε στήσει την φραγκιάτα με το κρεβάτι πάνω στη ράμπα της μάντρας σαν παρατηρητήριο και κάπου κάπου έριχνε με την παλιοκαραμπίνα στον αέρα “προς εκφοβισμόν” μας.

Με το πλεχτό καλάθι, έργο του μπαρμπα-Θανάση του Καλαθά (Καλογερόπουλος) κι ένα μαχαίρι μυτερό κατηφόριζε με την “Ντάκαινα”, την “Χαβελιόσα”, την “Μάχαινα” τις καλές της γειτόνισσες, προς τ’ αμπέλια για ραδίκια, ζόχια (ζόχος) χειροβότανα ή λαψάνες, να μαζέψουν και λίγα προσανάματα για το τζάκι κι ύστερα στο πεζούλι της αυλής να τα καθαρίσει και να τα ετοιμάσει για το βραδινό τους.

Άλλη φορά κατέβαινε στον κήπο με το «μανάρι» της για ν’ αρμέξει τις γίδες που άρχισαν να δυσφορούν, γιατί τα μαστάρια τους ήταν γεμάτα γάλα, και του ’δειχνε πώς να τα πιάνει και να τα τραβάει προς το κάτω.

Τη μέρα η Λάμπρω έλειπε στο μεροκάματο. Με τις μπούγλες ή το καζάνι και την πεδιλόγα στο κεφάλι κουβαλούσε νερό από τον πόρο του Λυκομήτρου ως απάνω στα Πανέϊκα για να γεμίσει τα κιούπια, να σφουγγαρίσει, να πλύνει την πέτρτρινη σκάλα με τη λότζα, για να τα βρεί έτοιμα η “Πανού”, η κυρα-Στεφανία Κωστοπούλου, η δασκάλα.

Κι εμείς τα αθεόφοβα, σκαρφαλωμένα στην γέρικη ελιά του Ροβόλη, στην στροφή του δρόμου, να της φωνάζουμε:

  • Μπέμπα, μπεμπούλα, και να σφυρίζουμε για ν’ ακούμε τις νοστιμιές της….

Όταν τέλειωνε το απογευματινό μάθημα, τραβούσε για του “Συγγρού”, να σκουπίσει, να καθαρίσει τις αίθουσες από τη λασπουριά που άφηναν τα παιδιά, να ετοιμάσει τα μεγάλα καζάνια για το πρωινό ρόφημα των μαθητών, έχοντας πιστό ακόλουθο και βοηθό το «»μανάρι» της, τον αγαπητό μας Μάκο, που εκείνη τη μέρα στάθηκε τυχερό!

Ο διευθυντής του σχολείου Χρήστος Πανάς είχε αφήσει ξεκλείδωτη την αποθήκη με τα τρόφιμα - αλεύρι, ζάχαρη, κακάο, βούτυρο, μπισκότα, σοκολάτες, τυρί κίτρινο, κονσέρβες, γάλα σκόνη (βοήθεια που έστελνε η UNRRA για να μοιραστούν στα παιδιά).

Ο Μάκος, αφού δοκίμασε αρκετά, έβαλε και μερικά μέσα απ’ το πουκάμισο να τα μοιραστεί με φίλους. Τον “Τιρινό”, τον “Στρογγύλη”, τον “Χαβιλέ”, τον “Ντάκα” και τον “Κάβρα”.

Την άλλη μέρα ο δάσκαλος αντιλήφθηκε την «κλοπή», κάλεσε τον «δράστη» και μ’ εκείνη την χοντρή βέργα αγριελιάς τη γεμάτη κόμπους, τον μαύρισε στο ξύλο.

Σαν το ’μαθε η Λάμπρω, έγινε λύκαινα. Κρατώντας ένα παλούκι που ’βγάλε απ’ το φράχτη, μπούκαρε την ώρα του μαθήματος κι όρμησε κατα πάνω του: « Μωρέ, παλιοπούστη, μωρέ γαϊδούρ’ θα σε σκοτώσω, μωρέ! Μου μαύρισες το παιδί….!»

Μεγάλη η χαρά του μπαρμπα-Μήτσου από τα τρία εγγόνια που του χάρισε αργότερα ο μοναχογιός του. Τον Δημήτρη, τον Λάμπρο, τον Φώτη.

Όταν το βραδάκι γύριζε στο σπίτι, γινόταν σωστό πανηγύρι. Μαζεύονταν γύρω του και ψαχούλευαν τις μεγάλες τσέπες του σακακιού για να δουν τι καλούδια τους έφερε. Ίσως μερικές καραμέλες «αστακός» απ’ το περίπτερο της θεια-Σοφίας (μάνα του Γιαννακόρα “Ποταμιάνου”) ή κάποιο πατρινό λουκούμι μεγάλο, σε γεύση μαστίχας, που είχε κερδίσει στα χαρτιά που έπαιζε με φίλους στο καφενείο του Μάκια.(Γεράσιμος Καπώνης)

Ο Λάμπρος δε, όταν τέλειωναν τα μαθήματα, για να προλάβει τ’ αδέρφια του, έτρεχε πρώτος προς τα πάνω.

  • Έλα, έλα, σου ‘χω λουκούμι σήμερα, κέρδισα! του ’λεγε.

Άλλες φορές πάλι, εκεί που περίμενε να τελειώσει ο παππούς το παιγνίδι, ο μικρός χάζευε και κοίταζε γεμάτος απορία, προσπαθώντας να μαντέψει τι ήθελε να πει η μεγάλη φωτογραφία που κρέμονταν στο τοίχο, η οποία παρουσίαζε δύο κυρίους, ο ένας χαρούμενος και γελαστός, γιατί πωλούσε ή αγόραζε με μετρητά κι ο άλλος περίλυπος, γιατί έδινε βερεσέ ή με δόσεις, και να διαβάζει: « Ο ΠΟΛΩΝ ΕΠΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙ », «Ο ΠΩΛΩΝ ΤΟΙΣ ΜΕΤΡΗΤΟΙΣ» και να μη καταλαβαίνει τι σημαίνουν.



«Οι κοινωνικές παροχές του «προοδευτικού κινήματος»



Εκείνο το απόγευμα του Νοέμβρη 1952 παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η “μαόνα” (μαγόνα) και η περαταριά δεν σταματούσαν να μεταφέρουν κόσμο, κυρίως αιτωλικιώτες, από την απέναντι όχθη του Αχελώου προς την Κατοχή, όπου σε λίγο θ’ άρχιζε την προεκλογική του ομιλία ο υποψήφιος βουλευτής της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) Διονύσιος Λεονάρδος, ο αποκαλούμενος «Παράγκας».

Μόλις είχε λήξει ο εμφύλιος και τα πολιτικά πάθη έντονα. Πολύς ο κόσμος στα μαγαζιά και η ομιλία να μη τελειώσει, γιατί σημειώθηκαν επεισόδια που χάλασαν καλές σχέσεις και φιλίες κατοχιανών.

Η επόμενη μέρα ήταν Κυριακή. Τα Μέλη της Επιτροπής του Προοδευτικού Κινήματος που δημιουργήθηκε μετά απ’ όσα έγιναν το προηγούμενο βράδυ, συνεδρίασε στο χασάπικο του “Γκέκα” (Κώστα Καπώνη) που ήταν συγχρόνως και κρασοπωλείο, για να καταρτίσουν το πολιτικό τους ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ!

Δεν ήταν εύκολη η κατάρτισή του, όταν κατά την ώρα των εργασιών το κρασί έρρεε άφθονο.

Στο Κίνημα εκπροσωπούνταν όλες οι παρατάξεις και οι ιδεολογίες της εποχής – Βενιζελικοί, Βασιλικοί, Φιλελεύθεροι, Κομμουνιστές, εκπρόσωποι του αγροτικού κόμματος και μικρότερες “πολιτικές συνιστώσες”!

Ύστερα από πολύωρη και κοπιώδη εργασία ήρθε η ώρα να προβούν σε εξαγγελίες, κοινωνικού κυρίως περιεχομένου, αρκετά προοδευτικές για την εποχή.

Κύριος ομιλητής ο Καρβέλας, λόγω αναστήματος και βροντερής φωνής και επειδή είχε τους περισσότερους ψηφοφόρους, τους επώνυμούς του Ρομπολαίους.

Εξέδρα η ταράτσα του Γκέκα.

Οι εκπρόσωποι του κόμματος ανέβηκαν προσεκτικά τη σκάλα, ο ένας πίσω από τον άλλον και πήραν θέση δίπλα στον ομιλητή “Δήμαρχος” (Γεράσιμος, Καρούσος), “Φώντας” (Ξενοφών Λύτρας), “Θυμιογάκ’ ς”(Μπαλάσκας), Χρήστος Κατσάνος, “Κουρασίδας” (Κων. Πανάρετος) “Γκέκας”, “Κούτσκος” (Γερ. Μακρής).

Η είδηση δεν άργησε να κάνει το γύρο του χωριού και η πλατεία να γεμίσει.

Ο ομιλητής με ύφος σοβαρότατο, «ένεκα και του οίνου» άρχισε:



« Λαέ της Κατοχής και όλης της Παραχελωίτιδας

  1. Έχω ένα μυστικό στα βάθη της καρδιάς μου: Να προστατέψουμε όλες τις χήρες και τα ορφανά… (επευφημίες!)

  2. Όταν γίνουμε κυβέρνηση θα δώσουμε στις γυναίκες το δικαίωμα να ψηφίζουν. (οι γυναίκες απόκτησαν δικαίωμα ψήφου το 1956).

  3. Η Κατοχή είναι απομονωμένη από την υπόλοιπη χώρα. Δύσκολα μεταφέρουν οι αγρότες τα προϊόντα. Γι’ αυτό, αν μας ψηφίσετε, θα συνδέσουμε με γέφυρα το Νιχώρι με την Κατοχή. Κι όποιος δεν θέλει να περάσει από πάνω, ας περάσει από ‘δω!» (και κάνει τη σχετική χειρονομία, δείχνοντας τα γεννητικά του όργανα).

Εδώ κι αν έγινε πανζουρλισμός. Το πλήθος, έμπλεο ενθουσιασμού, ζητωκραύγαζε:

  • Καρ-βέ-λας, Καρ-βέ-λας, Εσένα θέλουμε, εσένα θέλουμε! Θέ-λου-με κι άλ-λα, θέ-λου-με κι άλ-λα, Καρ-βέ-λας…



Βαρυσήμαντη η ομιλία, πολλές οι εξαγγελίες κι ο λόγος τραβούσε, ώσπου από το Μπαρμπερέϊκο εμφανίζεται η Λάμπρω. Πλησίαζει προς τα ‘κει κι από κάτω αρχίζει:

  • « Μωρέ, γαϊδούρ’, που να μπουν μέσα σ’ οι διαόλοι. Κατέβα, μωρέ, από ΄κει , θα σκοτωθείς!!»

Κι ο Καρβέλας με ύφος στρατηγού και λίαν απαξιωτικά:

  • Φύγε από ’δω αμόρφωτη, που πούλησα δέκα στρέμματα σταφίδα της μάνας σου στην Κεφαλονιά για να σε κάνω δασκάλα…!!!

Κι ενώ το κοινό χειροκροτούσε, ο “Δήμαρχος” κατεβάζει το παντελόνι και με τον πισινό του άρχισε την ασπρόμαυρη φωτογράφιση του πλήθους χωρίς να χρησιμοποιήσει φλας!

Επεισόδια δεν σημειώθηκαν. Το πλήθος διαλύθηκε ήσυχα, μολονότι η ατμόσφαιρα της προηγούμενης βραδιάς “μύριζε μπαρούτι”. Το “Κίνημα Καρβέλα” μόνιασε και πάλι τους κατοχιανούς που το απόλαυσαν. Την άλλη μέρα τον συνάντησε ο “Φωλιάς” (Πάνος Ρόμπολας) ο ξάδερφός του:

  • Δεν ντρέπεσαι, ωρέ Μήτσο, εσύ νοικοκύρης άνθρωπος να μεθάς και να γελάει ο κόσμος…!

Η παρατήρηση του ξάδερφου τού στοίχισε. Έκανε αρκετές μέρες να φανεί στα “μαγαζιά”, γεγονός που ανησύχησε την παρέα…



(Ο Καρβέλας και η Λάμπρω των παιδικών μας χρόνων, αυθεντικοί και αλησμόνητοι!).



Υ.Γ.1: Ο «Μάναρος» ήταν η αιτία που η Κατοχή «έχασε» το μεγαλύτερο ταλέντο της ραπτικής τέχνης και να πώς!

Ο μπαρμπα-Μούστας ο Καρατσώλης, όταν ο γιός του Μήτσος (Κάβρας) τέλειωσε το Δημοτικό, τον έστειλε στον μαστρο-Θόδωρο (Ραμαντζή) να μάθει ράφτης. Οι παιδικοί του φίλοι, «Τσάτζαλος», Γιώργος Κάραλης, «Μάναρος», «Τιρινός»(Χαράλαμπος Μακρής), κι ο Μήτσος τ’ Κουρνάβα (Μεταξάς), πρωί πρωί τραβούσαν για τον κάμπο, όπου έστηναν παΐδες. Χιλιάδες τ’ αγριοπούλια. Το απόγευμα γύριζαν, έχοντας στη μέση τους δεμένα με σπάγγο, σιταρήθρες (κορυδαλλοί), δαγκάνια κι ασπροκώλια, ακόμη και τσαλαπετεινούς (αγριοκοκόρια).

Περνούσαν επιδεκτικά μεσ’ απ’ το χωριό, ανέβαιναν στα «μαγαζιά» και στέκονταν έξω απ’ το ραφείο.

  • Μήτσο, κοίτα τι πιάσαμε σήμερα….!

Μια, δυο, τρείς,τέσσερις φορές συνέχιζαν να τον βασανίζουν. Μεγάλος πειρασμός!

Ύστερα από μερικές μέρες ο Μήτσος δεν άντεξε άλλο και λέει στο μαστρο-Θόδωρο:

  • Μάστορα, εγώ δεν ξανάρχομαι. Θα πάω να στήνω παΐδες…


ΥΓ2: Ο «Μάναρος»έπαιξε και ποδόσφαιρο ως αμυντικός στην ποδοσφαιρική ομάδα του χωριού ΑΕΚ (Αθλητική ‘Ενωσις Κατοχής). Παίζαμε με τη «ΘΥΕΛΛΑ» Πατρών (1955). Το γήπεδο τότε ήταν στις «Λάκες», στ’ αχούρια τα Ντανέικα. Ο αγώνας έληξε 1-0 υπέρ της «Θύελλας» με αυτογκόλ, όταν ο τερματοφύλακάς μας «Κανάιας» (Μίχος Πλαστήρας), στην προσπάθειά του να διώξει τη μπάλα, αυτή χτύπησε στην γερή πλάτη του Μάκου και γύρισε πίσω. Ήταν το μοναδικό γκολ της καριέρας του!!

Του το θυμίζαμε και αυτός το δεχόταν με πλατύ χαμόγελο…



ΥΓ3: Τον υποψήφιο Διονύσιο Λεονάρδο τον αποκαλούσαν «Παράγκα», γιατί ήταν Μέλος της Επιτροπής Ανασυγκρότησης της χώρας μετά τον πόλεμο, προκειμένου να κτιστούν κατοικίες σύγχρονες, ώστε να βγουν οι φτωχοί άνθρωποι απ΄τις παράγκες.



ΥΓ4: Λάμπρο, σ΄ευχαριστώ για τις πληροφορίες. Πολλούς χαιρετισμούς στη μάνα σου, την κυρα-Χριστίνα και τον Φώτη.


Η θλίψη πάντα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του...

Πάσχα 1955. Από αριστερά:" Χαβιλές" (Κώστας Ματσίγκας), "Μάναρος", "Ντάκας-Ντακέοι" (οικογ. Τάσου Ματσίγκα), ο Καρβέλας με το καπέλο.

Το "μανάρι" με τη Λάμπρω σε στιγμή έκστασης.

Από αριστερά: "Κάβρας"(Μήτσος Καρατσώλης), "Μάναρος", "Λιάρας" (Χρήστος Επαμ. Πανάς) σε αποκριάτικο γλέντι (1955).

Όλοι τους "γαύροι" (Ολυμπιακιώτες) διαβάζουν το "ΦΩΣ". Από αριστερά: "Φαναράς"(Ντίνος Φορτσεράς), Νίκος Μπέτσος , "Καβάτσας" (Νίκος Χριστοδουλής - τ΄Θουδουρέλ'), Αριστόδημος Μπέτσος.

Από δεξιά: Χρήστος Μπακογιάννης (παιδί τ' Κουτσουμπίλ'), ο Μάκος.

Ο Μάκος στο ΛΙΜΕΝΙΚΟΝ ΣΩΜΑ (1950) με το πεσκέσι του, οδεύει προς Μεσολόγγι.

Ο Γεράσιμος Ρόμπολας ("Μάναρος")

Οι "Λάκες" κάποτε....4-5 ψηλά πετρόκτιστα, χαμόσπιτα, αχούρια, στη μέση το παλιοπήγαδο της Παναγίας και στο βάθος δεξιά η 'ξέρα του Αχελώου, το θερινό μας γήπεδο (1950)

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186

Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032