Η δική μου Κατοχή: Στο νησί της Κυράς και τα βαφτίσια του Γιάννου
Όταν οι κατοχιανοί καλούσαν τον πατέρα μου σε χαρές ή λύπες - μια λειτουργία σε ξωκκλήσι, έναν αγιασμό στη σπορά του χωραφιού, στον κούρο, στο νησί των ψαράδων - μ' έπαιρνε πάντοτε μαζί του. Ήταν απ' τις ελάχιστες ψυχαγωγίες των παιδικών μου χρόνων. Το χαιρόμουν δε πολύ, για δυο λόγους.
Ο πρώτος, γιατί θα ξέφευγα μερικές μέρες απ' τον βαρύ ίσκιο του σχολείου κι από 'κείνον το δάσκαλο που κάθε πρωί, πριν αρχίσει το μάθημα, κοίταζε τις μύτες των παπουτσιών μας κι αν τις έβλεπε γδαρμένες (πού βερνίκι τότε για βάψιμο;) με την ψιλή βεργούλα της αγριελιάς, μάς έτσουζε και μας κοκκίνιζε πίσω τις γυμνές κνήμες, νομίζοντας ότι είναι απ’ το ποδόσφαιρο.
- Πάλι αδιάβαστος σήμερα, σας έφαγε το «κλωτσοσκούφι».
Ξεχνούσε, ότι στα στενά δρομάκια του χωριού περίσσευαν οι πέτρες κι οι κοτρώνες, που στα πόδια μας γίνονταν μπάλες ποδοσφαίρου.
Ο δεύτερος, εκεί στην εξοχή υπήρχε ένας άλλος κόσμος γαλήνιος, ειρηνικός, άλλοι άνθρωποι…
Προς τα ’κει θα ’θελα να σας πάω σήμερα, και για τον επισκέπτη που πορεύεται δυτικά της Κατοχής, αφού διασχίσει τον μεγάλο κάμπο με το αφράτο χώμα, τον καρπερό, και βγει απ’ τη Χουνοβίνα, βλέπει να ξανοίγεται εμπρός του η καταγάλανη, η παρθένα θάλασσα του Ιονίου, η οποία από τον κόλπο του Αστακού μέχρι τη μπούκα του Αχελώου είναι κατάστικτη από νησιά. Ένα από αυτά, το μεγαλύτερο ίσως, είναι ο Πεταλάς, που σαν το κοιτάζεις από το δρόμο του Βγιονιού, μοιάζει με στειχειωμένο δεινόσαυρο ή τεράστιο κροκόδειλο, αν θέλετε, που βγαίνει απ' το νερό.
Απ' τον βαλτότοπο του Λεσινίου τον χωρίζει μια στενή λωρίδα θάλασσας, σχηματίζοντας με το απέναντι βουνό έναν κλειστό κόλπο, όπου σε καιρό φουρτούνας, βρίσκουν καταφύγιο μικρά ιστιοφόρα και ψαροκάϊκα.
Κακοτράχαλο βουνό, σκληρό, με κοφτερά βράχια στις ακτές. Προς το νότο λίγα δέντρα καχεκτικά και χαμηλοί θάμνοι από ασφάκες, ασφέλακτους, ασφόδελους και σχίνους.
Στις άλλες πλαγιές βελανιδιές κι αγριελιές και κάπου-κάπου φέτες μικρών χωραφιών. Μικροί όρμοι και λιμανάκια προς το βορρά και στον μικρό αυχένα, λίγα μέτρα από τη θάλασσα, το ναΐδριο που αγίου Νικολάου. Κι εκεί που το βουνό πέφτει απότομα, σε κάτι περίεργες νησίδες από αρμυρήθρες και σωρούς φυκιών οι πρώτοι ψαράδες, σαν εκείνους της λίθινης εποχής, έμπηξαν στο βούλκο χοντρούς πασσάλους κι έπλεξαν τις καλύβες τους.
Στην κορυφή δυο - τρία πέτρινα χαμόσπιτα και πιο πέρα τα κονάκια των βλάχων με τις φαμίλιες και τα μαντριά τους. Εδώ θέλησε να περάσει το τελευταίο διάστημα της ζωής της η Κυρά.
Από ευκατάστατη οικογένεια Κεφαλλήνων (Κεφαλονιά). Ο άντρας της, λένε, έκανε μεγάλη περιουσία στη Ρουμανία, προτού έρθει η σοσιαλιστική επανάσταση. Πήρε μόρφωση σπουδαία, έμαθε ξένες γλώσσες και πιάνο, όπως συνηθιζόταν τότε για τα κορίτσια της υψηλής κοινωνίας, ταξίδεψε σε πολλές χώρες, έκανε οικογένεια. Η αναζήτηση ψυχικής γαλήνης; κάποιοι άλλοι σοβαροί λόγοι ίσως; να την έφεραν στο νησί της. Από δω και στο εξής, τα δέντρα, τα πουλιά, η θάλασσα, ο ήλιος, τ' αγριολούλουδα, οι απλοϊκοί άνθρωποι, η φύση όλη, θα 'ταν ο κόσμος της.
Έβαλε σε τάξη τα υπάρχοντα του νησιού, έστησε ένα μικρό λιοτρίβι στον βόρειο λιμενίσκο και το τυροκομείο, φρόντισε με τους βοσκούς της τα εκατοντάδες ζώα.
Ξυπνούσε με το χάραμα για το άρμεγμα των προβάτων, να χτυπήσει στο στενόμακρο κάδο το γάλα για το βούτυρο, να μαζέψει ξύλα και φρύγανα για ν' ανάψουν φωτιές, να βράσουν το γάλα και μαζί με τις βλαχοπούλες να κάνουν τυρί.
Δυο φορές τη βδομάδα θα περνούσε το καΐκι απ' τον Αστακό να της φέρει όλα τα χρειαζούμενα: την εφημερίδα, τις κούτες με τα τσιγάρα, το καφέ και να πάρει προϊόντα του νησιού. Όταν οι βλάχοι έλειπαν στις πλαγιές καθόταν με τις γυναίκες και τους γεροντότερους κι έλεγε για τη ζωή της. Συχνά πάνω απ' τις πέτρες του μικρού κάστρου που είναι στον ψηλό βράχο κόντρα στους ανέμους, αγνάντευε το βαθύ σκούρο πέλαγος, τα γυαλιστερά νερά του ιχθυοτροφείου, τις κυματιστές γραμμές των απέναντι βουνών κι έδειχνε σαν κάτι να γράφει στο σημειωματάριο.
Κάποιες βραδιές οι ψαράδες, αφού έριχναν την αποστασιά τους - τα δίχτυα με τα οποία έκλειναν τη θάλασσα για να τα σηκώσουν το πρωί – ανέβαιναν ως το σπίτι τής κυρά-Αθηνάς να πιούν ένα ποτήρι κρασί, ν' ανάψουν ένα τσιγάρο. Μάλιστα ο Καλλιανέζος (Πάνος Πίτσικος) την εύρισκε αρκετά συμπαθή και παρέμενε περισσότερο χρόνο μαζί της, αφήνοντας στους άλλους το μάζεμα των διχτυών.
Είχαν έθιμο οι ψαράδες να φωνάζουν τον παπά για λειτουργία τη μέρα της "Αναλήψεως". Εκείνη τη χρονιά το Πάσχα έπεσε στις 25 τ' Απρίλη και σαράντα μέρες κατόπιν η μεγάλη γιορτή. Αυτή τη μέρα θα γινόταν και τα βαφτίσια του Γιάννου.
- Να το βαφτίσουμε το παιδί, άντρα, σε λίγο θα πάει σχολείο κι όνομα δεν του δώσαμε, του ’λεγε η γυναίκα του.
Η οικογένεια του μπαρμπα-Κώστα Τσιλιγιάννη απ' τα Τζουμέρκα ήταν από ’κείνες που μετακινούνταν απ' τα βουνά προς τον κάμπο τον χειμώνα και αντίστροφα την άνοιξη.
Δύσκολες μετακινήσεις, πολυήμερες και εξουθενωτικές. Οι παραχειμάζοντες στην Κατοχή βλάχοι, φόρτωναν στ' άλογα την οικοσκευή (καρδάρα, χαλκώματα, κακαβιά), έδεναν τα μικρά παιδιά πανωσάμαρα, τα βρέφη τα κουβαλούσε η μάνα στη σαρμανίτσα που είχε δεμένη στην πλάτη, έπαιρναν και τα ζώα και «όπως κυλούσαν τα νερα πήγαιναν κι οι άνθρωποι».
Μ' όλα αυτά δεν έβρισκε καιρό για τα βαφτίσια του παιδιού, ώσπου τον τελευταίο χρόνο βρέθηκε στο νησί της Κυράς.
Την παραμονή της γιορτής, λοιπόν, ήρθε με το κάρο και τον Ψαρή του ο μπαρμπα-Γιάννης ο Μπαλωμένος να πάρει για το νησί τον πατέρα, την κυρά Νήσω του "Ακάκιου", τη νεωκόρο του Αγίου Δημητρίου, εμένα και τον Φιλανδό ορθόδοξο ιερέα, που σπούδαζε τότε Θεολογία στην Αθήνα και ήταν συμφοιτητής με τον κατοχιανό Αντώνη Σπ. Κιτσάκη και ο οποίος εκείνες τις μέρες βρισκόταν στο χωριό. Βάλαμε τα εκκλησιαστικά βιβλία με τα ιερά σκεύη στο καλάθι, ενώ τα δυό μικρότερα αδέρφια μου, η Αναστασία κι ο Γεράσιμος, ακουμπισμένα στον χοντρό κορμό της κληματαριάς, που ’χε φυτέψει ο παππούς στην αυλή του σπιτιού, κοίταζαν ικευτικά σαν να έλεγαν: - πάρτε και μας μαζί σας! (άλλες φορές ακολουθούσαν κι αυτά. Ο πατέρας ήταν δίκαιος, παπάς ήταν άλλωστε!..).
Πήραμε τον ελικοειδή αγροτικό δρόμο για να φτάσουμε στο γεφύρι του Κονταύλακου, στο ύψος της ΒΑ πλευράς του Τρίκαρδου, απ' όπου περνάς για τον Βάλτο. (Κονταύλακο είναι το στενό, βαθύ ποταμάκι που μαζεύει τα πολλά νερά που αναβλύζουν από τα "ματάκια" του Κατσά και τα ρίχνει στη θάλασσα του Πεταλά). Εδώ περίμεναν τον βαρκάρη κι οι κατοχιανοί ψαράδες του διβαριού, Πάνος Πυλαρινός, Θόδωρος Πετράτος (Σακαβέλας) κι ο Πάνος ο Κατσαρέος (Καλαματιανός) που είχαν έρθει στο χωριό να δουν τις οικογένειες (μια-δυο φορές το μήνα ανέβαιναν απ' το νησί), να πάρουν εφόδια και να επιστρέψουν.
Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετές οργιές ψηλά και γλιστρούσε ήσυχα στις πλαγιές και τον κάμπο. Ο άνεμος, φερμένος από τη θάλασσα, γέμιζε τα στήθη σου μύρο δροσερό. Από 'δω και κάτω το τοπίο, η φυσιογνωμία της περιοχής, ο ορίζοντας άλλαζε.
Ο Φινλανδός είχε εντυπωσιαστεί τόσο, που δεν σταματούσε να καταγράφει εικόνες με την μεγάλη φωτογραφική του μηχανή: πότε τον Κοκκινόπυργο και τα ερείπια του Τρίκαρδου, πότε τα βουβάλια του "Ξίκου" (Στάθη Καραντζογιάννη), του Σπ. Κουτζούνη, των Κιτσακαίων, του Λεσινιώτη "Σεραφίγκου", που δροσίζονταν στα τρεχούμενα νερά και πιο κάτω στις καλύβες του Τσέροντα τα Καραμιτσάκια που τσαλαβοτούσαν σαν νεροβοταλίδια.
Ο "αεροπόρος" (Μήτσος Πίτσικος), σπρώχνοντας απαλά με το σταλίκι, οδηγούσε τον «αϊ-Νικόλα» με σιγουριά μέσα από πυκνά ψαθιά και καλαμιές που έγερναν κι έφταναν ως το νερό, για να φτάσουμε τη μεγάλη ξύλινη αμπάρα, που έφραζε το στόμιο του ποταμιού, εμποδίζοντας τα ψάρια να μπουν στο Κονταύλακο, κι από ’κει να ξανοιχτούμε στη θάλασσα και μέσ’ απ' αυλεμόνια και βαθιά νερά να φτάσουμε στην «Πελάδα», την μεγάλη κεντρική καλύβα όπου ο "Γιαννακούλιας" (Λοΐζος), ο "Πρόσφυγας" (Κ. Χαριτονίδης), ο Σαρανταυγάς" (Αντ. Ράπτης), και η κυρα-Κατερίνα Δρακονταειδή είχαν ετοιμάσει «τράπεζαν δεσποτικήν». Ψαρόσουπα από λαυράκι, τσιπούρες ψητές στα κάρβουνα, χέλια σφουφλομυτάρια, μέχρι και φρέσκο αυγοτάραχο που ’χαν στεγνώσει στον ήλιο. Το θεώρησαν πολύ τιμητικό και μεγάλη η χαρά τους κι απροσποίητη που ξένος παπάς ήρθε στην καλύβα τους.
Έκλεισε το πλούσιο γεύμα με δύο μπουκάλια ρούμι απ' τον επισκέπτη ως αντίδωρο της φιλοξενίας τους κι ένα κουτί πούρα, το καλύτερο δώρο για τον Μικρασιάτη πρόσφυγα από το Τενζερλί.
Πολλές οικογένειες κατοχιανών είχαν βρεί δουλειά στο ψαρονήσι. Έμπηξαν πασάλους στο βούλκο, έπλεξαν εκατοντάδες μέτρα καλαμωτές για το φράξιμο του διβαριού, έκλεισαν περάσματα, πάλεψαν μ’ αγριοθαλασσιές κι αέρηδες, όμως τη θάλασσα τη σεβάστηκαν!
Κι αυτή τους φάνηκε πάντοτε στοργική. Τους έδωσε ψωμί, μπόρεσαν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να ετοιμάσουν την προίκα του κοριτσιού.
Σήμερα η "Πελάδα" δεν είναι αυτή που γνώρισα τότε, όταν ήμουνα εννιάχρονο παιδί.
Στο ξημέρωμα της γιορτής, όπου ο ουρανός, εδώ κάτω στον Πεταλά, παίρνει ασύλληπτα χρώματα κι η θάλασσα στρώνεται μ’ ασήμι, οι ψαράδες περιποιημένοι, με καθαρά ρούχα, όσο καθαρά μπορούσαν να είναι στην ερημιά, έμπαιναν στις γαΐτες για να περάσουν απέναντι, όπου η θεια-Νήσω,"λίαν πρωί", είχε σκουπίσει το ξωκκλήσι, είχε ανάψει το καντήλι του φτωχού Αγίου και οι δύο ιερείς είχαν αρχίσει να διαβάζουν τον όρθο και να τελούν την προσκομιδή.
Σε λίγο κατέφθαναν κι οι βλάχοι απ' τα κονάκια τους, καθώς και κάποιοι συγγενείς από το συνοικισμό του Βαλτιού, και στη μέση της λειτουργίας, μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, φάνηκε και η Κυρά.
Ευσεβής γυναίκα, προσκύνησε τις εικόνες, ψιθυρίζοντας δεήσεις και τέλος, πήρε τη μεταλαβιά απ' τον ξένο ιερέα.
Δυο βλαχοπούλες ανάμεσα σε πέτρες είχαν ανάψει φωτιά για να ζεστάνουν λίγο νερό για τη βάφτιση του παιδιού. Στη μέση του ναού η μεγάλη καρδάρα για κολυμπήθρα και το παιδί ανάμεσα απ' τον παπά και την νονά, όρθιο. (πέντε χρονών είχε φτάσει). Διαβάστηκαν τα προκαταρτικά και:
- « το όνομα αυτού;»
- «Ιωάννης».
Στη συνέχεια ευλόγησαν το ύδωρ οι δύο ιερείς, κι είπαν στο Γιάννο ν' αρχίσει να ξεντύνεται.
Ξεκούμπωσε την πουκαμίσα του το παιδί, έβγαλε το μάλλινο φανελάκι, που 'χε πλέξει η γιαγιά κι ήρθε η ώρα να βγάλει το άσπρο σωβρακάκι από γερό πανί και δυο άσπρα κουμπιά στο κέντρο.
Δίσταζε! (η ντροπή βλέπετε...) Τ’ άλλα βλαχόπουλα να 'χουν βάλει την παλάμη στο στόμα, για να μη φαίνονται ότι μειδιούν, κοιταζόντουσαν, περιμένοντας το Γιάννο.
- Κατέβασέ το, Γιάννη'μ το ’σωβρακάκι σου, του έλεγε η μάνα.
Αυτός το κρατούσε με τα δυο του χέρια και το ’σφιγγε δυνατά, κοιτάζοντας με σκυμμένο το κεφάλι να βρεί τρόπο διαφυγής.
Δίνει, λοιπόν, μιά, σπάει τον κλειό και πιάσ' τον τώρα στην πλαγιά ξυπόλυτο, μη υπολογίζοντας πέτρες κι αγριόγκαθα.
Συνέλαβαν του "φυγά" οι μεγαλύτεροι και ως "αρνίον" τον έφεραν πίσω.
- Αφήστε το παιδι, είπε ο ξένος παπάς, δεν είναι απαραίτητο να γυμνωθεί τελείως.
Έτσι, ήρεμος τώρα βαφτίστηκε, μυρώθηκε, του κρέμασαν και τον ολόχρυσο σταυρό της νονάς, και ευτυχής πλέον, αφού "απέταξε το Σατανά" και "συνετάχθη τῷ Χριστώ», χάρηκε τ’ όνομά του.
Στο μεταξύ, κάτω απ' τη γκορτσιά τ' αρνιά και τα κατσίκια είχαν ροδοκοκκινήσει και δεν θ' αργούσαν να βγούν.
Στον ίσκιο της πανύψηλης θιρσταπιδιάς (θέρος + απιδιά) στρώθηκαν οι ψάθες και οι κουρελούδες, έφερε και τις δυο νταμπ’ζάνες κόκκινο ιθακήσιο κρασί ο Νίκος ο Καραμήτσος, μοιράστηκε και το ψητό και αφού ο παπάς ευλόγησε την "βρώσιν και την πόσιν των δούλων του Θεού..., " κάθισαν όλοι σταυροπόδι και διπλοπόδι για φαγητό.
- Αΐντε, να μας ζήσει το παιδί.
- Να χαίρεται το όνομά του.
- Να 'ναι φωτισμένο και τυχερό.
Γέμιζαν τα ποτήρια, τα τσούγκριζαν, τα ξαναγέμιζαν και δεν σταματούσαν, τρώγοντας, να μιλούν και ν' αστειεύονται.
Ο Φινλανδός είχε πιάσει φιλοσοφική συζήτηση με την Κυρά, πράγματα "ακαταλαβίστικα" για μας τα παιδιά, αφού πρώτα είχε φροντίσει να αναποδογυρίσει το ποτήρι του για να μη το ξαναγεμίσουν.
Με το κρασί και την καλή συντροφιά έπιασαν το τραγούδι κι αργότερα τους βλάχικους χορούς με πρώτο τον πατέρα του Γιάννου.
« Λαλείστ' αηδόνια και πουλιά και σεις, βρε, χελιδόνια,
να φέρετε την άνοιξη τ’ όμορφο καλοκαίρι.
Ν' ανθίσει ο γάβρος κι η οξυά, να λιώσουνε τα χιόνια,
να έβγει ο ήλιος το πρωί, να σκιώσουν τα λημέρια.
Να βγουν οι βλάχοι στα βουνά και στις ψηλές ραχούλες,
να βγούν και τα βλαχόπουλα βαρώντας τη φλογέρα…»
Χόρευαν περήφανα και μεγαλόπρεπα, όπως ξέρουν μόνο αυτοί να χορεύουν και να σμίγουν σε χαρές ή λύπες, που καταφθάνουν απ' όπου κι αν βρίσκονται (η φιλία και η συγγένεια κρατάει καλά αναμεσά τους, ως τα σήμερα…).
Η " λαμπρά ταύτη πανήγυρις" τέλειωνε, όταν η αρχόντισσα του νησιού έβγαλε δυο δώρα απ’ το κεντητό βλάχικο σακούλι της. Ένα μικρό βιβλίο με δερμάτινο εξώφυλλο σε ρώσική γραφή, τη «Καινή Διαθήκη» για τον ξένο κι ένα ασημένιο διπλό σταυρό με ξυλόγλυπτο στο εσωτερικό την απεικόνιση της σταύρωσης του Ιησού για τον πατέρα μου. Κειμήλια της οικογένειας από τη Ρουμανία.
Κι ενώ ο ήλιος έγερνε προς τη δύση και τα νερά του Ιονίου βάφονταν κόκκινα, οι βλάχοι έπαιρναν το μονοπάτι για τα γρέκια τους και εμείς τη γαΐτα για την «Πελάδα».
Βρέθηκα πάλι με τους ψαράδες στο νησί την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων, τον ίδιο χρόνο, για τη χριστουγεννιάτικη λειτουργία. Ο χειμώνας είχε μπει αρκετά παγερός. Εκείνο το βράδυ στην κορυφή της Βελούτσας, το βουνό που' ναι ’πάνω απ' τον Αστακό, χαλκεύονταν κεραυνοί και βροντές και η δυνατή τραμουντάνα έδερνε το κανάλι. Φοβόμουν ότι οι παγωμένες ριπές του ανέμου θα μας σήκωναν. Τα χοντρά ξύλα βελανιδιάς έτριζαν στο κέντρο της καλύβας και οι ψαράδες κατάχαμα στις χοντρές ψάθες μονολογούσαν τις έγνοιες τους: Σήμερα με το κρύο πήγε καλά η ψαριά, θα τα πάρει σε καλή τιμή ο Καλούδης (ο ιχθυέμπορος απ' τον Αστακό), ή θα γίνει όπως πέρσι, που τους τα πήρε τσάμπα; θα βγει η δόση της Τράπεζας για το δάνειο του Συνεταιρισμού; Στο τέλος, το ’ρίχναν και στις πολιτικές συζητήσεις που τέλειωναν σε κάθε λόγο τους με το ρεφρέν «….των ανθρώπων αυτών…».
Ο Πάνος Λοΐζος (του Ταρκάς), ο "Μπέλιας" (Μήτσος Κατσαρέος τ’ Καλαματιανού) κι εγώ είχαμε αποτραβηχτεί νυσταγμένοι στη γωνία, όταν απ' την απέναντι κορυφή του βουνού ακούστηκαν σφυρίγματα, φωνές και γαυγίσματα σκυλιών.
Δύο-τρεις άντρες βρήκαν έξω ν' ακούσουν...
Είχε καεί το σπίτι της Κυράς κι αυτή μαζί. Ο πατέρας είπε να μη μάθουν τίποτε τα παιδιά…
Μες στη νύχτα, ο Πάνος ο Πυλαρινός με το Μήτσο το Λοίζο τράβηξαν με τη βενζινάκατο για το Βαλτί, όπου ήταν τα γραφεία της Γεωργικής Εταιρείας Λεσινίου (ΓΕΛ) να τηλεφωνήσουν στην αστυνομία.
Είπαν πολλά για το θάνατό της...
Ο Διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκλημάτων που είχε φτάσει στο νησί απ' την Αθήνα, αποφάνθηκε ότι ήταν ατύχημα. Η Κυρά του Πεταλά είχε γείρει στο κρεβάτι με το τσιγάρο κοντά στο αναμμένο τζάκι. Εκεί την πήρε και ο ύπνος… Το πρωί ο παπάς ανηφόρισε προς το καμμένο σπίτι να κάνει δέηση για την ψυχή της….
Τις πιο θερμές ευχές μου για «Καλά Χριστούγεννα» σε όλους
και ξεχωριστή στους ξενιτεμένους μας
Υ.Γ. Στην ανάρτηση της 22 Νοεμβρίου στη φωτογραφία με το Μάκο στο Λιμενικό και το πεσκέσι του, γράφτηκε λάθος η χρονολογία. Το σωστό είναι : 1958.








