Η δική μου Κατοχή: Ο μπαρμπα-Πέτρος ο Καρανίκας
«Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί
-πόλεμος, κατοχή, εμφύλιος-
δεν είχαν αφήσει πέτρα
πάνω στην πέτρα»
Οδ. Ελύτης
Στο Χρύσου, τ΄ όμορφο χωριό των
Αγράφων, με τα ελάτια, τα κρύα νερά, τους νερόμυλους, τις βυζαντινές εκκλησίες
και τ΄αρχοντικά, χαιρόταν την ομορφιά των βουνών, την αγάπη των χωριανών, την
ευτυχία του σπιτιού του.
Σαρανταπέντε χρόνια έσκαβε το χώμα, έσπερνε ζαγάδες
(πεζούλες), έκανε το βιος του. Ήταν από τους πρώτους «με πεντακόσια πρόβατα και
τετρακόσια γίδια».
Δεν “γρατσούνισε” άνθρωπο, δεν αδίκησε, μυρμήγκι δεν
πάτησε. Άλλοι ήρθαν να του πάρουν το δίκιο: «το να θέλει να ΄ναι λεύτερος»…
Στις 6 Δεκεμβρίου 1942, ξημερώνοντας
του Αγίου Νικολάου, Ιταλοί στρατιώτες έκαψαν όλο το χωριό, γιατί Έλληνες της
αντίστασης «τόλμησαν», λέει, την προηγούμενη μέρα, να τους χτυπήσουν λίγο πιο
έξω, στη μεγάλη λαγκαδιά. Από το δίπατο αρχοντικό των Καρανικαίων έμειναν μόνο
καπνισμένοι τοίχοι χωρίς σκεπή και η ψηλή καρυδιά στη μέση της αυλής.
Πόνεσε πολύ η ψυχή του. Ό,τι με κόπο
και ιδρώτα και αίμα είχε κάνει ως τώρα, έγινε ριμαδιό. Βάσταξε όμως η καρδιά
του και δεν λύγισε. Είχε πάρει, φαίνεται, από την περηφάνια και το ανυπότακτο
των βουνών και πεισματάρης, όπως ήταν, δεν το ΄βαλε κάτω.
Θα ΄φηναν τα δυο τους αγγελούδια στον παππού και τη γιαγιά στο διπλανό
χωριό της Έλσιανης κι αυτός με την κυρά Ευανθία, τη γυναίκα του, θα κατέβαιναν
πρώτοι σε μέρη, όπου η αγριάδα του πολέμου είχε καταλαγιάσει και με την ελπίδα
ότι θα μπορούσαν να ξαναφτιάξουν ό,τι είχε χαθεί. Σκληρό το ξερίζωμα απ’ τον τόπο κι οδυνηρός ο χωρισμός!
Με
το ξύπνημα, ετοίμασαν ό,τι μπορούσαν να φέρουν στον ώμο και στο μάλλινο σακούλι και χωρίς να βάλουν τίποτε στο στόμα τους,
ξεκίνησαν.
Ο μπαρμπα-Πέτρος ανέβηκε στη ζωή του
σε πολλά βουνά, αλλά το θέαμα που αντίκρυσε, όταν έφτασε στο διάσελο, δεν το
είχε ξαναδεί.
Μπροστά τους άγρια βουνά
ξεπετούσαν τις μυτερές τους κορυφές, σαν να συναγωνίζονταν, ποια πρώτη θα
ξεσκίσει το μολυβένιο μανδύα που τα σκέπαζε. Δεξιά τους, η πλαγιά του βουνού
κατέβαινε απότομα ως κάτω στο ρέμα που δε φαινόταν. Το ίδιο απότομα ανέβαινε
και η πλάγια του απέναντι βουνού. Κάτω κει, ανάμεσα από κακοτοπιές και γκρεμούς
ένα μονοπάτι σερνόταν χαμηλά προς το ποτάμι. Κι αυτό πήραν. Όλη την ημέρα
βάδιζαν ώρες πολλές, για να φτάσουν κατά το λιόγερμα στο παλιό μοναστήρι της
Παναγίας, όπου δυο καλόγεροι, ο ένας ψηλός, γέρος με άσπρα μαλλιά και γένια κι
ο άλλος, κοντός σχεδόν, σπανός με τον καλογερικό του σκούφο στο κεφάλι και ράσο
λιγδιασμένο- θα ΄ταν ο υποτακτικός του- είχαν αρχίσει να ψέλνουν την παράκληση.
« Την πάσαν ελπίδα μου εις Σε
ανατίθημι,
Μήτερ του Θεού, φύλαξόν
με υπό την σκέπην Σου»
Στάθηκαν κι αυτοί κάτω απ΄ το λιγοστό
φως του καντηλιού και ψιθύριζαν…
Πέρασαν τη νύχτα στο μοναστήρι. Ήσυχη
βραδιά. Τ΄ αστέρια, χωρίς να νοιάζονται, αδιάφορα για τους πόνους και τις
πίκρες των ανθρώπων. Το χέρι της γυναίκας γλίστρησε κι έβγαλε μέσα απ΄ τον
κόρφο της τον μικρό ξύλινο σταυρό που της είχε δώσει η μάνα της, η κυρά
Βαγγελιώ, να πάρει μαζί της σαν φυλαχτό. Τα χείλη της μέσ΄ στο σκοτάδι τον
αναζητούσαν. Γλυκιά νάρκη τους σκέπασε κι αποκοιμήθηκαν.
Το πρωί πήραν τις ευλογίες των μοναχών, λίγο κριθαρένιο ψωμί και πήραν
πάλι τον δρόμο για το τέρμα, που τους φαινόταν πως όλο έφευγε και γινόταν
απόμακρο…
Και περπατούσαν και περπατούσαν με πόδια βαριά απ΄ την κούραση για να
φτάσουν το βράδυ λίγο έξω απ΄ το Κερασοχώρι, στο πλάτωμα, όπου οι φαμίλιες των
βλάχων, χρόνια και χρόνια είχαν στήσει τα γρέκια τους.
-Καλώς ορίσ΄τι, κοπιάσ΄τι, είπε ο βλαχο-Θανάσης κι είπε στην νύφη του να φιλέψει τους φίλους
και να ετοιμάσει τα στρωσίδια στο διπλανό καλύβι.
Σε τέτοιες
στιγμές η καλοσύνη αλαφρώνει την κούραση και απαλύνει τον πόνο!
Η πορεία συνεχίστηκε μερικές μέρες ακόμη στο ίδιο σκηνικό μέχρι να βρουν
απάγγειο στον Τρίκαρδο.
Απ’
τους παλιούς ακόμη καιρούς είκοσι και πλέον οικογένειες κατοχιανών είχαν μόνιμη
εγκατάσταση με τις καλύβες και τα μαντριά τους κι από δω έβγαλαν το ψωμί τους,
έκαμαν τις προίκες των κοριτσιών τους, ορθοπόδησαν και στάθηκαν με αξιοπρέπεια
στη ζωή.
Στην
πλαγιά προς τον βάλτο, στο καστράκι, οι οικογένειες των Μπαλωμαναίων, προς τον
αϊ- Μάρκο οι Κιτσακαίοι, στη Λάκκα πάνω οι Μπαρμπεραίοι (Βάκιας), οι
Διαμανταίοι κατά το Φορλάντ, στη ρεματιά της Φραγκοκκλησιάς οι Λαχαναίοι
(θεια-Κώτσαινα), οι Καραμιτσαίοι στο φαράγγι το μεγάλο ανατολικά και το ίδιο
και σε άλλες μεριές.
Ο βάλτος και το βουνό έδωσε
την πρώτη ύλη, καλάμια, ψαθιά, βέργες λυγαριάς και το ξύλο για την καλύβα κι
από δω θα ΄πρεπε να παλέψει απ’ την αρχή για να ζήσει, ασκώντας τη γνώριμη
τέχνη του βοσκού στα κοπάδια του μπάρμπα-Μήτσου του Κιτσάκη (παππού του καλού
μας φίλου Σπύρου του “Μορφονιού”), με τη συμφωνία του μισιακού, μισό και μισό
(μ΄σακό).
Κοντά στους χωριανούς μας βρήκαν πλούσια την αγάπη και τη συμπόνια. Η
θεια-Κώτσαινα, η θεια-Μαλλούσου, η κοντή Ρομπολοπούλα με τις μακριές πλεξούδες
(γυναίκα του μπαρμπα-Μήτσου Μπαλωμένου), και η άλλη η ροδοκόκκινη, ευπροσήγορη
και καλοσυνάτη θεια-Χρυσούλα (του μπαρμπα-Γιάννη Μπαλωμένου) στάθηκαν απ΄την
αρχή δίπλα στην κυρά-Ευανθία, την αγκάλιασαν, τη στήριξαν σαν δικό τους
άνθρωπο.
Μαζί έκοβαν κλαρίδια στον λόγγο,
μαζί ζύμωναν τα καρβέλια στη μεγάλη ξύλινη σκαλιστή σκαφίδα, έκαιγαν τον φούρνο
που ΄χαν κοντά στο αρχαίο τείχος κάτω απ΄την ψηλή μελικοκκιά, κι αντάμα
πήγαιναν να φέρουν με τις βαρέλες δροσερό νερό από το «Γυναίκειο» (που ατυχώς,
κάποιοι “περισπούδαστοι” της αρχαιολογικής Υπηρεσίας φρόντισαν τα τελευταία
χρόνια να το “μπαζώσουν”!).
Όσο περνούσε ο καιρός, οι μέρες η μία μετά την άλλη άρχισαν να
καλυτερεύουν, όπως εκείνη την απριλιάτικη βραδιά, την ολοφέγγαρη, με αρκετή
ψύχρα, που η φωτιά έκαιγε στο παραγώνι και η γυναίκα ετοιμαζόταν να φέρει στον
κόσμο τη νέα ζωή. Της παράστεκαν οι
καλές της φιλενάδες. Ο πατέρας, έξω από την πόρτα του καλυβιού, τυλιγμένος στην
καπότα του, φουμάριζε το τσιγάρο και
πηγαινοερχότανε ανήσυχος.
Έφυγε για τον σκάρο, αφού έριξε πρώτα
δύο ντουφεκιές, που τις πήρε ο άνεμος για να σμίξουν με τον ήχο των κουδουνιών,
τα βελάσματα των προβάτων, τα γαβγίσματα των σκύλων και τις φωνές των
τσοπάνηδων.
-Άιντε, να σου ζήσει, Πέτρο, το παιδί.
-Να ΄ναι φωτισμένο και καλοτύχερο.
Ήρθε για να σκορπίσει φως στο φτωχικό καλύβι
και να συμπληρώσει την ευτυχία τους!
(το ζωηρό εκείνο μωρό με τα έξυπνα
αμυγδαλωτά ματάκια είναι σήμερα η “φέρουσα” το όνομα Ελένη, η καλή φίλη και “πάλαι
πότε” συμμαθήτριά μας!...)
Στον Τρίκαρδο είχαν και κάτι που δεν περίμεναν. Γνώρισαν κι ένα “καλό
φίλο” τον Βίκτωρα, τον Ιταλό φαντάρο που έκρυβε για μήνες στην αχυροκαλύβα ο
μπαρμπα-Μήτσος ο Μπαλωμένος για να τον σώσει απ΄ τους Γερμανούς, όταν τα
πράγματα είχαν πάρει ήδη άλλη στροφή. Ήταν
κι αυτός ένα από τα θύματα του παραλογισμού του πολέμου…
-Αγκούουκ ντιάβολο, έλεγε για τον κόκορα που τον ξυπνούσε χαράματα.
-Νο, διάβολο, προδότης, φωνάζει την αλεπού να έρθει για τις κότες, του
΄λεγαν οι άλλοι στη νοηματική γλώσσα.
Δεν ήταν τυχερό του να γυρίσει
πίσω. Το πλοίο που τον μετέφερε με άλλους συμπατριώτες τους στην πατρίδα,
χτυπήθηκε από γερμανικά αεροπλάνα και χάθηκε στα νερά του Ιονίου. Πριν φύγει
πρόφτασε ν΄ αφήσει στον μπάρμπα-Μήτσο, ένα ευχαριστήριο σημείωμα πάνω στο
πακέτο των τσιγάρων με τη διεύθυνσή του.
Τα πράγματα είχαν ηρεμήσει για λίγο στα βουνά των Αγράφων και η γιαγιά μπόρεσε
να κατεβάσει τα παιδιά στον κάμπο. Τα ζώα “αύξαναν και πλήθυναν”, ο μπαρμπα-Πέτρος
απόκτησε δικό του κομμάτι κι ήρθε η ώρα να γίνει η μοιρασιά. Ο μπαρμπα-Μήτσος
δίκαιος άνθρωπος και φιλεύσπλαχνος έδωσε κι απ’ το δικό του. Τώρα, αφέντης πια,
θα ΄πρεπε ν΄ αναζητήσει άλλο ενδιαίτημα.
Τραβήχτηκαν προς τον Μαυρανικόλα στη
δυτική πλαγιά του Κατσά, σ΄ ένα τόπο που συνδυάζει την τραχύτητα του βουνού και
την ηρεμία του κάμπου. Πουρνάρια, αγριελιές, κουτσουπιές, μυρτιές και σκίνοι
εναλλάσσονται με ανεμόπληκτους βράχους. Πυκνά λαγκάδια κατεβαίνουν ως τον βάλτο, ενώ μικρά και μεγάλα “ματάκια” αναβλύζουν
στα ριζά του βουνού που αδιάκοπα στέλνουν το καθαρό νερό τους στο Κονταύλακο για να το στείλει με τη σειρά
του στη θάλασσα.
Ψηλά στην κορυφή υπάρχουν δυο
σπηλιές. Η μεγάλη προχωρεί πολλά μέτρα στην καρδιά του γιγάντιου βράχου σε δύο
επίπεδα. Γι΄ αυτή, έλεγαν οι παλιοί, πως ήταν η σπηλιά του Πολύφημου, του
κύκλωπα που τύφλωσε ο “Κανένας” (Οδυσσέας) και ο μεγάλος βράχος που του ΄ρίξε
για να βουλιάξει τη σχεδία με τους συντρόφους του, φαίνεται σήμερα στητός να
βγαίνει απ’ τα βαλτονέρια, λίγα μέτρα από κάτω και τον λένε “κόκκινο στεφάνι”. Για κάμποσα χρόνια εδώ θα ΄στηνε το
υποστατικό του για να ονομαστεί η σπηλιά του Καρανίκα “έως της σήμερον”.
Στο πάνω επίπεδο έφτιαξε τον “τσάρκο” για να
κλείνει τα γίδια που βύζαιναν, όταν το κοπάδι έβγαινε για βοσκή και στο κάτω τα
μεγάλα. Η μικρή θα ΄ταν ο τόπος διαμονής τους.
Στον Μαυρανικόλα θα γνωρίσουν ακόμα
ένα συνοικισμό κατοχιανών, που από χρόνια είχαν χτίσει εκεί τις καλύβες και τα
μαντριά τους: Καλαντζαίοι, Ροδαταίοι, Κουρναβαίοι (Μεταξάς), Χαβιλαίοι
(Μάτσιγκας), Τριτσαρωλαίοι (το καραούλι του Τριτσαρώλη ακούγεται ως σήμερα),
Καραμπικαίοι, Ντοριζαίοι, Ζουμαίοι.
Τα παιδιά συμμετείχαν κι αυτά με τον
δικό τους τρόπο στον αγώνα της οικογένειας για επιβίωση.
Ξυπνούσαν με το λάλημα της γαλιάντρας
και του ατσάραντου που ανήγγειλε την ανατολή της αυγής για να οδηγήσουν τα
γίδια στην στενή ποριά για τη στρούγκα, όπου ο πατέρας τα ‘πιανε ένα ένα για να
τ’ αρμέξει και ο Κωνσταντής τ’ ανέβαζε έπειτα με το «όι , όι » και τα «τσαπ,
τσαπ» στην πλαγιά.
Η μάνα με την Παναγιώτα, την μεγάλη
κόρη, με τα κόκκινα μαλλιά, το ροδοκόκκινο πρόσωπο και ανασκουμπωμένα τα
μανίκια ως τους ώμους έδερναν με δύναμη με το έμβολο τον στενόμακρο κάδο για να
κάνουν το βούτυρο, άναβαν φωτιές για να βράσουν στα μεγάλα καζάνια το γάλα,
ανακατεύοντάς το με την μακριά ξύλινη κουτάλα, και η Ελένη άνοιγε το τσάρκο και
τα κατσίκια ελεύθερα πλέον πηδούσαν γύρω της με χαριτωμένα σκιρτήματα. Κι αυτό
γινόταν χειμώνα – καλοκαίρι, χρόνια και χρόνια με ατέλειωτες ώρες αγρύπνιας,
υπολογίζοντας τον χρόνο από το κοίταγμα του ήλιου και των αστεριών.
Ο πατέρας με το γαϊδουράκι και την
γκλίτσα παραμάσχαλα κουβαλούσε την παραγωγή του (γάλα, τυρί, βούτυρο) στα
μπακάλικα των αδελφών Μάτσικα ( Πάνου και Παντελή), του Βασίλη και Δημήτρη
Σίσκου στ΄Αλωνάκι, στον «Αγαλή» ( Πάνο Φραγκαναστάση – Νίκου Μουρσιώτη), Μάκια
Καραντζογιάννη και «Λατόμο» (Γερ. Φραγκαναστάση).
Το μεγαλοβδόμαδο έφερνε για πούλημα
σουβλιά από γερό ξύλο κοκορεφτιάς, ξύλινες φούρκες (διχαλωτό πασσαλάκι που
μπήχνονταν στο χώμα για στήριξη του σουβλιού) και τα’ στηνε έξω απ’ το καφενείο
του «Τζώρτζη», στο Βελούχι. Από μικρό παιδί είχε μάθει να σκαλίζει με το σουγιά
γκλίτσες, ρόκες και κακάβια, ξομπλιάζοντάς τα με πουλιά, φίδια, γοργόνες κι ελάφια.
Τις κρύες νύχτες του χειμώνα γύρω
απ΄τη φωτιά έλεγε στα παιδιά του αληθινές ιστορίες από τη μεγάλη εκστρατεία στη
Μικρά Ασία (Τουρκία). Πώς τους υποδέχονταν οι Έλληνες με φιλιά και αγκαλιές και
δάκρυα χαράς, με καμπάνες, βάϊα και ροδοπέταλα. Τους έλεγε για χανούμισσες και
χανουμάκια με τους χορούς τους, στους τεκέδες και τα καπηλειά, για ναργιλέδες
και διπλοπενιές αλλά, και για τη φρίκη της καταστροφής (1922). Εφτά χρόνια τον
είχαν χαμένο τον μπαρμπα-Πέτρο. Ήταν τυχερός. Γύρισε πίσω με τον μπαρμπα-Πάνο
τον Καλαντζή, τον μπαρμπα-Μήτσο τον Κιτσάκη, ενώ άλλους τους έφαγαν τα όρνια
και τα τσακάλια….
Ένα μεταξωτό μαντήλι για την «καλή
του» μπόρεσε να φέρει από την Προύσα, την πόλη που βρισκόταν εκεί που τέλειωνε
«ο δρόμος του μεταξιού».
Στην σπηλιά τους έβρισκαν τη ζεστασιά
όλοι όσοι διάβαιναν από κει. Εργάτες των χωραφιών και τσοπάνοι, αντιστασιακοί
κι απ΄τις δυο μεριές, ψαράδες και κυνηγοί και γεύονταν χορτόπιτες απ’ τη
νοικοκυρά και τ’ ολόφρεσκο τυρί του νοικοκύρη.
Κυριακές και χρονιάρες μέρες ξεχνιόταν
λίγο παραπάνω στο χωριό, παίζοντας χαρτιά, μα όταν το κακό παράγινε και ο κόπος
τής μέρας πήγαινε στράφι, η γυναίκα του φρόντισε ν’ αναλάβει τη διαχείρηση του
σπιτιού. Πανέξυπνη βλάχα κι όμορφη, που παρόλα τα βάσανα και τις πίκρες, ο
χρόνος δεν πήρε πολλά από την όψη των ενενήντα οχτώ της χρόνων.
Βρήκε ένα παλιό αργαλειό, τον έστησε
προς την είσοδο για να μπαίνει το φως κι άφηνε τη φαντασία ν΄αποτυπώνει στα έργα της όλη την αγάπη για τη
φύση.
Ετοίμαζε τα διασίδια (στιμόνι και
υφάδι) για τα υφαντά, έκανε σαΐσματα για το στρώσιμο του κρεβατιού, βελέντζες,
κάπες, φλοκάτες και κουρελούδες (πολλά συναντούμε σε σπίτια κατοχιανών).
Κι όταν άφηνε τον αργαλειό, έπιανε τη
ρόκα με τ’ αδράχτι να κάνει νήμα για τις μάλλινες φανέλες και τα τσουράπια των
δικών της.
Η μικρή Ελένη, κατέβαινε απ’ τη σπηλιά
για να βρει τους φίλους της, την Ντίνα, τον Γιάννη, τον Μάκο, τα παιδιά τ’
μπαρμπα-Αντρέα τ’ Ζούμα ( Ποταμιάνος, θείος τ’ Γιαννακόρα) στο καλύβι που ΄χε
στη ρίζα του λοφίσκου και το ΄χε πάντοτε καθαρό κι ασβεστωμένο η γυναίκα του, η
κυρα- Ρήνη. Και τι δεν είχε φυτέψει ο χριστιανός στο μεγάλο κήπο. Κληματαριές
με μαύρα κι άσπρα σταφύλια, ροδιές, συκιές, ροδακινιές, κυδωνιές και στην άκρη
στο φράχτη βαγιές, τριανταφυλλιές, βασιλικούς και δεντρολίβανο.
Είχε ανοίξει ένα μικρό αυλάκι για να
φέρνει νερό απ΄το κοντινό «ματάκι» , πριν αυτό φτάσει στο βάλτο και πότιζε τα
ζαρζαβατικά: ντοματιές, αγγουριές, μελιτζανιές, πιπεριές και κολοκυθιές και τα
λαχανικά του για να τα φέρει ολόφρεσκα στο χωριό, καβάλα στον «Κίτσο» του, το
συμπαθητικό γαϊδουράκι, πάντοτε χαμογελαστός και χιουμορίστας, φορώντας το
μεγάλο ψάθινο κεφαλονίτικο καπέλο και τα χοντρά του παπούτσια.
Τα παιδιά με την ανατολή έπαιρναν το
μονοπάτι άκρη-ακρή στο βουνό από την «αϊ – Σωτήρα » ή απ΄τ΄άγιο Πνεύμα για να
φτάσουν βρεγμένα πολλές φορές και παγωμένα στο σχολείο «τ΄αϊ – Παντελεήμονα »,
όπου η καλή δασκάλα η κυρία Αρετή Παπαθανασοπούλου τα δέχονταν με το ωραίο της
χαμόγελο, αν και καθυστερημένα πολλές φορές, τους τίναζε τα βρεγμένα ρούχα και
στον κόρφο τους έβαζε χαρτιά από παλιές εφημερίδες να μη κρυώσουν ( πού σόμπες,
καλοριφέρ και αερόθερμα;), και στο σχόλασμα γέμιζε τις τσέπες τους με σταφίδα
και στραγάλια που’ φερνε απ΄την πόλη της την Πάτρα.
Είχε καημό ο μπαρμπα-Πέτρος να μάθει η
Ελένη του γράμματα , να γίνει υπάλληλος στο Δημόσιο. Αυτή ήταν τότε η επιθυμία
πολλών γονιών «να βρεί δουλειά το παιδί στο δημόσιο για σιγουριά…», η έγνοια
του κάθε πατέρα !
Το ‘θελε πολύ γιατί κι αυτός ήξερε
«καλά» γράμματα κι «αρχαία».
Τα ΄μαθε απ΄τους σοφούς δασκάλους του
στο Σχολαρχείο του Χρυσού (4 χρόνια Δημοτικό και 3 Γυμνάσιο). Ολόκληρα κατεβατά
απ’ την Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου, τον «Επιτάφιο» του Περικλή προς
τους Αθηναίους και την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή τούς απήγγειλε στη σπηλιά του.
Όταν πήγαινε στο σχολείο με την
γκλίτσα να ρωτήσει για τη πρόοδό της,
κοντός όπως ήταν και λεπτόσαρκος, έβγαζε το καπέλο πρώτα, το ΄βαζε στη μασχάλη
του κι έπειτα χτυπούσε την πόρτα του Γραφείου.
Χάρηκε πολύ όταν το παιδί, χωρίς καμιά
βοήθεια στο σπίτι (φροντιστήριο), μπήκε απ΄ τα πρώτα στη Σχολή Μαιών της Αθήνας.
Έφτασε ως το τρίτο έτος, κι ύστερα εγκατέλειψε, γιατί παρουσιάστηκε ο Έρωτας.
Ο καλός μας φίλος Μήτσος Γαρμπής ( τ’
Μαυρομάτ΄) με το πες, πες, έξω απ΄τα αυστήρο της εποχής οικοτροφείο θηλέων,
κατάφερε να την ρίξει στα δίχτυα του , χωρίς να πάρει το Πτυχίο της και να
χάσει έτσι η Κατοχή τη σπουδαγμένη μαμή της….
Ο Κωνσταντής τους ήταν το καμάρι τους,
ο Κωσταράς τους, όπως ήθελε να τον
φωνάζει η μάνα.
Ψηλό κι ωραίο παιδί, με μακριά μαύρα
μαλλιά και μαύρα μάτια που ‘χαν μέσα τους «όλες του κόσμου τις χάρες»…
Καβάλα στον μαύρο του ξαμαλιόταν στο
πλατύ κάμπο να φτάσει τον άνεμο, τον ήλιο και τα πουλιά. Τραγουδούσε για να
χορεύουν τα μεσημέρια οι νεράϊδες στο Δαφνολάγκαδο κι έφτανε ως το μοναστήρι
της Παναγίας της Λεσινιώτισσας να προσκυνήσει την εικόνα της και να
‘ξομολογηθεί στο γέρο-Ηγούμενο τον αναμάρτητο έρωτά του.
Έλαμπε στο πρόσωπό του όλη η νεανική
αθωότητα σαν αυτή που ΄χε γνωρίσει από μικρό παιδί κόντα στη φύση. Δεν είχε
μάθει ακόμη για την κακία του κόσμου. Τη γνώρισε τη μέρα εκείνη, που το σκληρό
χέρι, έπεσε δυνατά πάνω του, γιατί τα ζώα, είπαν, έπεσαν στα σπαρμένα χωράφια
των τσιφλικάδων του Βάλτου. Τα γιατροσόφια της εποχής δεν μπόρεσαν να
θεραπεύσουν την πληγή που με το χρόνο του έτρωγε τα σωθικά.
Όταν το πρωϊ ο Αριστείδης ο Καλαντζής
( τ΄ Λαούρ΄) κι ο Γιώργος ο Ματσίγκας ( τ’ Χαβιλέ) πήραν το παλικάρι με το
χιράμι στους ώμους για να το φέρουν στο γιατρό τον Αλεξανδράκη, ήταν ήδη αργά.
Περνώντας έξω απ΄την «αϊ - Σωτήρα», σήκωσε το χέρι με όση δύναμη του είχε απομείνει
κι έκανε τον σταυρό του. Λίγα μέτρα πιο κάτω, στο «ματάκι» του «Κουρνάβα» (Π. Μεταξά), άφησε
την τελευταία του πνοή.
Στο βιβλίο γράφτηκε : 12 Νοεμβρίου 1958. Ήταν μόλις είκοσι χρονών…
Υ.Γ.: Γάκια (Γιώργο Γκασούκα), σε
ευχαριστώ πολύ για τη φωτογραφία του τάφου της Κυράς του Πεταλά, που μου
’στείλες.









