Η δική μου Κατοχή: Το κατοχιανό καρναβάλι του παλιού καιρού
Το κατοχιανό καρναβάλι του παλιού καιρού
Του δάσκαλου Γιώργου Ρόμπολα
Είχε περάσει και η γιορτή των Φώτων, «βαφτίστηκαν τα νερά», οι καλικάντζαροι, αφού τέλειωσαν τα πειράγματα και τους χορούς, επέστρεψαν πάλι στον κάτω κόσμο για να συνεχίσουν το πριόνισμα του κορμού του δέντρου της γης, εμείς είχαμε παίξει στο σταυροκόνι τις λίγες φτωχές δραχμούλες που ‘χαν απομείνει απ΄τα κάλαντα και τους μποναμάδες και την άλλη μέρα τ’ αϊ-Γιαννιού έπρεπε να γυρίσουμε και πάλι στα μαθήματα.
Μετά την πλέρια ελευθερία και ανεμελιά του δωδεκαήμερου, άντε τώρα να σκεφτείς για σχολείο. Ας είναι καλά η μάνα που ’χε φροντίσει να μαζέψει το «Αναγνωστικόν», τα λίγα τετράδια, το μελανοδοχείο και τον κονδυλοφόρο με την πένα «Χι» για την καλλιγραφία και την γαλάζια πάνινη σάκα που κρεμούσαμε στον ώμο, αλλιώς ακόμη θα ψάχναμε να τα βρούμε.
Βαρετές οι πρώτες βδομάδες και λίγος ο χρόνος για παιχνίδι μετά και το απογευματινό μάθημα. Νύχτωνε νωρίς και μαζευόμασταν σπίτι για ν΄αρχίσουμε και πάλι τους τσακωμούς, μέχρι να σβήσει το φως της λάμπας πετρελαίου και να παραδοθούμε αποκαμωμένα για ύπνο.
Για μας το Ρομπολάκια και τ’ άλλα γειτονόπουλα κάποια μικρή χαρά ήταν η βδομάδα που γιόρταζαν οι Νταναίοι τους τρεις Γρηγόρηδές τους. Tον «Φιγούρα» (του μπαρμπα-Μήτσου του Ντάνου), τον «Τσιμπουκλή» (του μπαρμπα-Νιόνιου) και τον «Γόρα» (του μπαρμπα-Φώτη) κι άρχιζαν τα προεόρτια. Το σπάσιμο των αμυγδαλοκαρυδιών, το άναμμα των πρωτόγονων φούρνων της αυλής, το πλάσιμο των φύλλων και το μείγμα των κανελογαρύφαλλων και του σουσαμιού της δικής τους παραγωγής.
Oι τρεις συνυφάδες άπλωναν μαζί τα φύλλα, τα γέμιζαν, τα τύλιγαν στριφτά-στριφτά το ένα με τ΄άλλο και στα μεγάλα ταψιά άφηναν να πάρει εκείνο το ξεροψημένο καστανόξανθο χρώμα, που η μυρωδιά τους μαρτυρούσε το καθιερωμένο γλυκό της γιορτής τους, το κατμάρ.
Αγαπημένες και καλές γειτόνισσες, έδιναν και σε μας κάποια σιροπιαστή γωνία για τον κόπο που κάναμε να σπάμε αμύγδαλα και καρύδια στην πέτρα της αυλής, περιμένοντας το απόγευμα της γιορτής, όπου μαζί με τους επισκέπτες, τα συνομήλικά μας «Ντανάκια», ο «Ντούτσης» (Πάνος) , η Τασία και η «Μπέμπα» (Γερασιμούλα), ήμασταν σίγουροι ότι θα σούφρωναν και κάποιο κομμάτι για τους φίλους.
Έτσι, με τέτοιες μικροχαρές σπρώχναμε τις κρύες μέρες του Γενάρη και περιμέναμε πώς και πώς να καλοσυνέψει ο καιρός , να μεγαλώσει η μέρα, ν’ απλώσει το κορμάκι μας στον ήλιο και ν΄ανοίξει το Τριώδιο, με τις αποκριές, τα καρναβάλια, τις κατσιλιέρες και τους χαρταετούς.
Σε κείνες τις δικές μας κατοχιανές αποκριές θα ’θελα να πάμε για λίγο, μιας και οι μέρες το καλούν, και να θυμηθούμε πρόσωπα αγαπημένα που ήξεραν να γελούν αντάμα με άλλους που κι εκείνοι ήξεραν να γελούν και να δίνουν και σε μας το γέλιο και την χαρά. «Κουρνάβας» (Γερ. Μεταξάς), «Κουτσομπίλιος» (Σπ. Μπακογιάννης), «Σουσουγάτος» (Νίκος Κασκαρίκης), «Κούτσ΄κος» (Γερ. Μακρής), «Καρβέλας» (Δημ. Ρόμπολας), «Γκόλιας»(Θόδωρος Μπακογιάννης, γιος του «Ακάκιου»), «Μπάιας» (Πάνος Αθανασόπουλος), «Κατσάμπας» (Π. Λαχανάς) και οι νεότεροι: Μάκιας Μάχας, Γιάννης Λαχανάς (τσ’ Κώτσαινας), «Μαρκεζίνης» (Γερ. Στράτος), «Τσάπας» (Δημ. Μπαρμπέρης), Γιάννης Κασκαρίκης, Αριστείδης Λουκάς , ένας σκηνίτης βλάχος απ΄τα Πράμαντα της Ηπείρου, που ερχόταν με τα ζώα του για να παραχειμάσει στα μέρη μας κι έμενε στα βλαχοκόνακα του Κατσά με τ΄όνομα μπαρμπα-Γιώργος Καρακώστας, αν θυμάμαι καλά, είναι μερικοί απ’ αυτούς.
Δεν ξέρετε πως περιμέναμε να ντυθούμε «μπούλοι». Όχι με τα φανταχτερά λουλουδάτα φορέματα «της σήμερον», τα ψιλά καπέλα, τις πολύχρωμες κορδέλες και τα καλλυντικά του βαψίματος. Μας έφτανε η παλιά ρόμπα της μάνας ή το κλειστό ως πάνω στον λαιμό ροζ νυχτικό της μεγαλύτερης αδερφής, το παλιό σακάκι του πατέρα, το μαντήλι για να καλύπτει το πρόσωπο, ένα παλούκι από κάποιο φράχτη και τα κουδούνια απ΄τα γιδοπρόβατα, που ’φερναν μαζί τους συνήθως τα παιδιά του «αλωνακιού» (Ζυγιωτάκια, Καραμπεκάκια).
Μ’ αυτές τις αμφιέσεις αμπολιόμασταν το σούρουπο στα κακοτράχαλα δρομάκια και στενοσόκακα της Κατοχής, κάνοντας ό,τι κατέβαινε απ΄την κούτρα μας (κεφάλι). Χορεύαμε, πειράζαμε όποιον συναντούσαμε, κάναμε τους μεθυσμένους και στηρίζοντας τα χέρια ο ένας στους ώμους του άλλου, «τρικλίζαμε» και τραγουδούσαμε, μιμούμενοι τους μεγαλύτερους και χτυπούσαμε τις πόρτες. Κάποιες νοικοκυρές μάς άνοιγαν, μας «φίλευαν» σπιτικό γλυκό και στο ρακοπότηρο μέντα ή τριαντάφυλλο, χωρίς να τους διαφεύγει το ντύσιμό μας που εύκολα το αναγνώριζαν.
- Ω! η ρόμπα της παπαδιάς. ( για μένα)
- Το νυχτικό της Μαριγώς. ( για τον Κώστα τον «Φωλιά»)
- Η φούστα τσ΄ «Γαννιώσας». (για τον Βασίλη τον Τσάμη)…
«Μπούλες» ντυνόταν και κάποιες γυναίκες «πιο τολμηρές» για τα χρόνια εκείνα, φορώντας αντρικά ρούχα και την τραγιάσκα, ώστε ν΄αλλάζουν οι κοινωνικοί ρόλοι. Έμπαιναν στα καφενεία του Ζαχαριά, του Λαγούδη και τ΄άλλα «των μαγαζιών», έπιναν, αστειεύονταν και τραγουδούσαν. Η θεια-Δέσπω, γυναίκα του «Καπάτου» (Δημ. Λαγούδης), η θεια-Αρετή απ΄τη Σιβίστα (του μπαρμπα-Νάσου Λαγούδη), η «Τσαλδάραινα», χαρούμενες πάντοτε και έξω καρδιά.
Όμως, εκείνο που περίμεναν εναγωνίως μικροί και μεγάλοι ήταν το καρναβάλι. Το περιεχόμενό του, σύμφωνα με τις εμπνεύσεις της ομάδας, διαφορετικό κάθε φορά. Τούτη τη χρονιά «ο γάμος της ’γκαστρωμένης νύφης», την επόμενη «ο κλεφτοκοτάς», ο «αρχιληστής Νταβέλης» και πάει λέγοντας.
Το πρωτάρχισε μετά τους πολέμους και τους αλληλοσπαραγμούς, ο κεφαλονίτης «Κουρνάβας» (Γερ. Ματαξάς) από τα Μεταξάτα. Ο συμπαθής μπαρμπα-Μάκος είχε ρίξει άγκυρα στο χωριό μας, και με την καλή του Κατερίνα πάλεψε μια ζωή στα περιβόλια και τους μπαχτσέδες της Μπραΐμαινας, χωρίς να ξεχάσει τις όμορφες θύμησες του κεφαλονίτικου καρναβαλιού με τις κολομπίνες και τους πιερότους, απομεινάρια της βενετσιάνικης εποχής των Επτανήσων.
Αυτά θέλησε να δοκιμάσει κι εδώ σε άλλη μορφή για να ταιριάζει με τον χαρακτήρα και τις συνήθειες των στεριανών ξηρομεριτών.
Καθώς άνοιγε το Τριώδιο, τα μέλη του καρναβαλιού μαζευόντουσαν στα μαγέρικα τις απογευματινές ώρες, και «συνοδεία» κρασιού και νοστιμιών άρχιζαν να συζητούν για το θέμα που θα επέλεγαν, τα πρόσωπα και το ρόλο που θα ’παιρνε το καθένα, τι ρούχα θα φορούσαν και το όλο σκηνικό που θα στηνόταν «στα μαγαζιά»(στη σημερινή πάνω πλατεία), όπου ήταν και το κέντρο της χαράς και του ξεφαντώματος.
Τη χρονιά εκείνη του 1953 η Καθαρή Δευτέρα έπεφτε στις 16 του Φλεβάρη. Ανοιξιάτικη μέρα με λαμπρό ήλιο και στο περιβόλι του Κουρνάβα με το δροσερό πηγάδι, εκεί προς την κατηφοριά του Γρηγόρη Μπαρμπέρη προς τ’ αμπέλια ετοιμαζόταν η νύφη. «Λυγερόκορμη νύφη» ο μπαρμπα-Νίκος ο Κασκαρίκης (Σουσουγάτος). Τον έντυσαν με το κλειστό ως το λαιμό χοντρό νυφικό, του ’βαλαν κλαδιά ανθισμένης μυγδαλιάς στο κεφάλι, κι όλοι οι συγγενείς, φίλοι κι όλο το τσούρμο των παιδιών, κατά το μεσημέρι, πήραν τον ανήφορο για τα «μαγαζιά», όπου περίμενε το σμπεθεριό και ο γαμπρός μπαρμπα – Πάνος ο «Μπάΐας», καμαρωτός και φρεσκοξυρισμένος με αρειμάνιον μύστακα και την ιθακήσια φορεσιά με το πλατύ ζωνάρι στη μέση.
Ο «παπάς» ( Γερ. Μακρής-Κούτσκος), φορώντας το τριμμένο ράσο ενός καλόγερου με τ’ όνομα Παχώμιος, που ’χε κατέβει από μοναστήρι του Ξηρομέρου για να μαζέψει λίγο στάρι, φασόλια, καλαμπόκι απ΄τους φιλόθρησκους κατοχιανούς, δεν πρόφτασε να ευλογήσει το ζευγάρι των νεόνυμφων, γιατί το μυστικό μαθεύτηκε: Η νύφη βρέθηκε ’γκαστρωμένη….!
Μα πως είναι δυνατόν; Ο γαμπρός δεν την είχε πειράξει καν, σύμφωνα με το «έθος» της εποχής…
Μεγάλη προσβολή για τον Μπάΐα, αλλά πιο μεγάλη η παρεξήγηση που ακολούθησε. Ακούστηκαν ντουφεκιές και μια βρήκε τον γαμπρό, που τον άφησε νεκρό. Τον σήκωσαν οι τεθλιμμένοι συμπέθεροι να τον παν στο σπίτι για να πει το αυτοσχέδιο δίστιχό του ο λαϊκός μας ποιητής Γιάννης Κάραλης (Κουτσογιάννης):
«οχτώ τον παν΄στην πλάτη
στου Μπάϊα το παλάτι !» (το σπιτοκάλυβο)
και να συμπληρώσει πανευτυχής ο καλός μας «Θοδωρέλος» που δεν μπορούσε να χωνέψει ότι ο Μπάϊας είχε πολλά λεφτά, όπως του πιπίλιζε καθημερινά η σπείρα των μαγαζιών, με πρώτο τον γαμπρό του Κώστα Βύσσιο:
Καλά τ’ κάμανι τ’ κιαρατά!!!
Φυσικά, παρά το θλιβερό γεγονός, το αποκριάτικο ξεφάντωμα συνεχίστηκε ως αργά « υπό το φως της λάμπας πετρελαίου και ασετιλίνης».
Το θέμα του επόμενου καρναβαλιού είχε να κάνει με την «κλοπή ορνίθων». Ο «Δήμαρχος»(Γερ. Καρούσος) “τόλμησε” να εισβάλλει στα κοτέτσια του χωριού, που ήταν αρκετά τότε, και να κλέψει κότες.
Στήθηκε η έδρα του δικαστηρίου με σοβαρούς τους δικαστές και τις ανάλογες στολές, άπλωσε την παλάμη «επί του ευαγγελίου για τον «νενομισμένον» όρκο ο κατηγορούμενος, και προσπαθούσε να εξηγήσει ότι η ανάγκη της επιβίωσης, η πείνα τον έκανε να προβεί «εις το σοβαρότατον τούτο παράπτωμα!».
Οι δικαστές ( «Καλοϊαννάς» και Ξενοφών Λύτρας) δεν πείστηκαν, παρά τον υπέροχο, υπό την επίρροια μάλιστα άφθονου κρασιού, υπερασπιστικού λόγου του συνήγορου «Καρβέλα» και επέβαλαν στον δράστη ποινή φυλάκισης δέκα ημερών χωρίς αναστολή!
Μετά την ένσταση της υπεράσπισης, η υπόθεση θα πήγαινε προς εκδίκαση σε ανώτερο βαθμό, στο Εφετείο Μεσολογγίου. Με τις χειροπέδες του, τις κότες κρεμασμένες «ένθεν κ΄ ένθεν» στους ώμους και την συνοδεία δύο χωροφυλάκων κι όλο το παιδομάνι της Κατοχής, κατηφόριζαν προς την περαταριά για να περάσουν στο Νιοχωρίτικο κι από κει στην πρωτεύουσα του Νομού.
Τα πλήθη δε των εορταζόντων επισκεπτών, κυρίως Αιτωλικιωτών, που συνήθιζαν να κατακλύζουν την Καθαρή Δευτέρα το καφενείο του σιδηροδρομικού σταθμού στην απέναντι όχθη και τα δύο εξοχικά απ’ την εδώ πλευρά, την «Νυχτερίδα» και «Χαραυγή», απορούσαν, «εξίσταντο και ετέρποντο εκ του θεάματος λίαν!».
Ευτυχώς για τον «Δήμαρχο», η μεταφορά του στο Μεσολόγγι δεν τελεσφόρησε, γιατί τα αστυνομικά όργανα παραδόθηκαν «αμαχητί» με τις πρώτες ντουφεκιές που έριξαν οι ελευθερωτές φίλοι του, που ‘χαν στήσει καρτέρι, κρυμμένοι στα ψαθιά και τα καλάμια του ποταμού.
Σαν γέρασε ο μπαρμπα-Κουρνάβας παρέδωσε το στέμμα της διαδοχής με την ευχή του στον μέχρι τότε ακόλουθό του μπαρμπα-Πάνο Λαχανά (Κατσάμπας) για να γράψει κι αυτός με την παρέα του το δικό του «έπος» από το 1955 μέχρι το 1977, γενιά ολόκληρη!
Όμως, πριν σας παρουσιάσω πτυχές αυτού του καρναβαλιού, θα ΄θελα να πω δυο λόγια για τον ίδιο.
Ήταν κι αυτός ένας από τους πολλούς μεροκαματιάρηδες, ξωμάχους του χωριού, που με εντιμότητα, αξιοπρέπεια και μεγαλοψυχία πορεύτηκε στη ζωή του. Από μικρό κουτσούβελο δέθηκε με τη γη του, την έσκαψε βαθιά με την αξίνα, την έσπειρε, τη θέρισε, φύτεψε αμπέλια κι ελιές, κι αυτή του φέρθηκε πάντοτε στοργικά. Του ’δωσε πλούσια τα αγαθά, ιδιαίτερα τα σταφύλια που μεγάλο μέρος αγόραζαν οι έμποροι κρασιού του Μεσολογγίου και με τα υπόλοιπα εφοδίαζε κρασί τις ταβέρνες του «Νταγκαντίγκ» και του Μανέτα.
Επειδή η Κατοχή είχε εκατοντάδες τα στρέμματα από κρασοστάφυλα και μαύρη σταφίδα, έπαιρνε συνεταιρικά με γείτονές του την περιποίηση και ξένων αμπελιών (σκάψιμο, σκάλισμα, κλάδεμα, ράντισμα, θειάφισμα), όπως έκαναν άλλωστε και οι επτανήσιοι, Κεφαλονίτες, Ζακυνθινοί και Ιθακίσιοι, που’ φταναν στα μέρη μας.
Κάποια μέρα που ’σκάβε παρέα με τον «Καλοϊαννά», τον «Χαβιλέ», τον «Καρδερίνη» (Κοσμάκης) , τον «Κούτσκο» ακούστηκε το απομεσήμερο ο πένθιμος ήχος της καμπάνας: ντιν-νταν, ντιν-νταν…πέντε-έξι φορές και σταμάτησε. (όταν κανείς ήταν πολύ γέρος ή φτωχός και άμοιρος η καμπάνα είχε λίγα χτυπήματα. Το αντίθετο συνέβαινε για νέους ή «άρχοντες» του τόπου).
-Αϊ Θεός σχωρέσ’ τον, είπε ο Καλοϊαννάς κι έκανε το σταυρό του.
-Δικός μας είν’ αυτός, πάμε! Είπε ο Κατσάμπας.
Σήκωσαν τα τσαπιά, κρέμασαν και το ταγάρι στον ώμο μ΄ ό,τι είχε απομείνει απ’ τις λίγες ελιές, το ψωμί και το κρασί και τράβηξαν για το χωριό, να συμπαρασταθούν στην οικογένεια. Είχαν μάθει ποιος ήταν.
Κάπου εκεί στα Γαλανέικα κατέβαινε μεγαλοκτηματίας του χωριού και ρώτησε:
-Ποιος πέθανε, ωρέ, παιδιά;
-Ο … τάδε
-Α, αυτός…κι’ πο ‘ ζγι; (και που ζούσε;)
(Πόσο διαφορετική η φιλοσοφία των ανθρώπων περί κόσμου και ζωής.!.)
Βασανίστηκε, πάλεψε σκληρά στη ζωή, αφήνοντας την καλύτερη παρακαταθήκη στα παιδιά του, Νίκο και Κώστα (αμετανόητοι «γαύροι» του Ολυμπιακού και οι δύο).
Δεν είναι τυχαίο που ο θυμόσοφος κατοχιανός ποιητής τού αφιέρωσε τούτους τους στίχους:
«Να’ χα ασημένιο αργαλειό
να (γ) ύφαινα μια στάμπα
να έγραφα τα βάσανα
του Πάνου του Κατσάμπα…»
Ένιωθε όμως πολύ ευτυχής που έκανε το χρέος προς την πατρίδα στέλνοντας με τη σάλπιγγα το μήνυμα της νίκης απ’ τα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου για να μας θυμίζει το χρέος του Ν.Καζαντζάκη «εκτελώντας τη θητεία στη ράτσα, να νιώσω μέσα μου όλους τους προγόνους, να φωτίσω την ορμή τους και να συνεχίσω το έργο τους».
Με την εκκλησία και τους αγίους τα πήγαινε καλά, χωρίς να ξεχνάει σε κάποια αναποδιά να τα βάζει μαζί τους, όπως εκείνη τη μέρα που πήγε να πάρει νερό απ’ τον «κατεβασμένο» Αχελώο και μόλις μπόρεσε να κρατηθεί απ’ το καλάμι.
«αϊ-Δημήτρη μ’, το ξέρω ότι είμαι αμαρτωλός, όχι και να με πνίξεις κιόλας!»
Κάποια μέρα που ΄σκαβε τ’ αμπέλι τον τσίμπησε η «μαύρη χήρα», η δηλητηριώδης αράχνη και λίγο έλειψε να πεθάνει (1978). Βγαίνοντας απ’ το σπίτι για το νοσοκομείο χαιρέτισε τη γειτονιά με τα εξής:
«αφήνω γεια στη γειτονιά και σ’ όλους τους γειτόνους. Πάω, δε θα με ξαναδείτε….»
«Μη φοβάσαι, ωρέ Πάνο, είσαι δυνατός, θα γυρίσεις ξανά, του φώναξε από απέναντι ο «Φάντης» (Θόδωρος Γκασούκας), ο αγαπημένος του γείτονας.
Όμως ξεχάστηκα με τα πολλά του Κατσάμπα και θα ξεχάσω το καρναβάλι του!
Η προετοιμασία έπαιρνε κάποιες μέρες. Και πρώτα να ετοιμάσει τον «Μένιο» του ψυχολογικά. Τον έβγαζε απ’ το σκοτεινό του καλύβι στο πίσω μέρος του σπιτιού, τον έδενε στη μεγάλη λυγαριά της αυλής, που όταν τίναζες τα ανθισμένα της κλαδιά μοσχοβολούσε η γειτονιά κι άρχισε να τον πλένει, να του κόβει τα χοντρά του νύχια με τη φαλτσέτα, να του δίνει καθαρό νερό και μπόλικο καλαμπόκι να φάει και να τον χαϊδεύει
Του χάιδευε το λαιμό, τα σταχτόμαυρα γυαλιστερά καπούλια, την άσπρη του κοιλιά και του μιλούσε:
Μένιο, μεθαύριο είναι η μέρα σου.
Σου διάλεξα την καλύτερη στολή, σου ΄πλεξα τις πιο όμορφες χρωματιστές κορδέλες να βάλεις στον λαιμό και μια πλέχτρα σκόρδα για να μη σε βασκάνουν, γιατί κάποιοι έχουν κακό μάτι. Και συ να ΄σαι φρόνιμος, μη με ντροπιάσεις!
Κι εκείνος κουνούσε την ουρά και γκάριζε χαρούμενα.
Ύστερα έπαιρνε την παλιά βαλίτσα για να καθαρίσει τα εργαλεία της δουλειάς. Να γυαλίσει την σάλπιγγα και τις διόπτρες (τα κιάλια) για να μην κάνει λάθος στις μετρήσεις, να σιδερώσει τη γραβάτα και να πλύνει τις λασπωμένες μπότες των αμπελιών.
Λίγο πριν το μεσημέρι της Καθαρής Δευτέρας, ο μαχαλάς των Λαχαναίων και Γκασουκαίων γέμιζε παιδιά που παρακολουθούσαν τα «γενόμενα». Οι γυναίκες ανακάτευαν στο δοχείο το νερό και τ’ αλεύρι για να κάνουν την κόλα που θα κολούσαν τα γένια τους και τα μουστάκια οι άντρες, η ενδυματολόγος τακτοποιούσε την κάθε λεπτομέρεια απ’ το καπέλο, τα γυαλιά ηλίου και τα σελάχια, και η μακιγιέρ τούς μύστακες και το μουτζούρωμα του προσώπου.
Τελευταίο άφηναν τον «Μένιο». Έπρεπε να είναι κομψός κι ωραίος. Του περνούσαν με προσοχή απ’ τα πίσω πόδια την πλατιά και χοντρή άσπρη φούστα του νυφικού της θεια-Κοσμάκαινας, του Κυριάκη, τις ψηλές βαμβακερές κάλτσες και τα μαύρα γυαλιά, το πλατύγυρο καπέλο, τα σκόρδα για τον αβασκαμό και στον λαιμό το κουδουνάκι.
Στο σαμάρι στήριζαν γερά ένα μεγάλο σατίλι, που σιγόκαιγε η φωτιά από σβουνιές για να βράζουν τα αλάδωτα πολύσπορα της κατσαρόλας (κουκιά, ρεβύθια, φακές, σιτάρι) που ΄χαν δέσει στην πυροστιά κι όλα ήταν έτοιμα για την επίδειξη στα μαγαζιά, όπου το ανδροκρατούμενο γλέντι των κατοχιανών είχε αρχίσει.
Έδινε το σάλπισμα της έναρξης του «Κατσάμπειου» καρναβαλιού ο μπάρμπα-Πάνος κι όλη η σπείρα των παιδιών με σφυρίχτρες ντουντούκες, πίπιζες και καραμούζες, ακολουθώντας τους καρναβαλιστές, ανηφορίζαμε για τα μαγαζιά με το πρώτο απρόοπτο να συμβαίνει στη στροφή του «Κουρελάκη» (Θ. Λαχανάς).
Ο «Μένιος» σοκαρίστηκε φαίνεται από το πλήθος και τον θόρυβο, ήταν άλλωστε η πρώτη του φορά που έπαιρνε μέρος, και ένιωσε κόψιμο. Κοντοστάθηκε, μέχρι να ενεργηθεί «υπαιθρίως», ενώ εμείς είχαμε σκάσει από τα γέλια.
Ο Κατσάμπας σε σύντομο χαιρετισμό ευχήθηκε σ’ όλους τους κατοχιανούς καλή σαρακοστή, διαφημίζοντας συνάμα την ηλεκτρική κουζίνα του “Μένιου” με την εξαιρετική απόδοση. Μ΄αυτό τον σκωπτικό τρόπο ήθελε να θίξει το θέμα του ηλεκτρικού ρεύματος που δεν είχε φτάσει ως τότε στην Κατοχή.
Και στην ερώτηση:
«και πού είναι η μπρίζα, Κατσάμπαααα;»
«Nά τη, και σήκωνε την ουρά του γαϊδάρου να φανεί….»
Η παρέλαση έπαιρνε τον κατήφορο προς το “Βελούχι” κι απ’ τον παραποτάμιο δρόμο (ο κεντρικός δρόμος δεν υπήρχε τότε, γιατί απ΄το αρχοντικό του Γουλιμή το περιτοιχισμένο περιβόλι του κατέβαινε ως το ποτάμι) έφτανε στα εξοχικά κέντρα που αναφέραμε, όπου αιτωλικιώτες και μεσολογγίτες (με τις γυναίκες όμως αυτοί!) έμπαιναν στον χορό του καρναβαλιού.
Εμείς καθόμασταν στη μάντρα και περιμέναμε να πέσουν κάτω οι σερπαντίνες των ξένων και ορμούσαμε ποιος πρώτος θα τις αρπάξει, για να κάνουμε τη μεγαλύτερη πολύχρωμη κουλούρα και χαιρόμαστε πολύ όταν το καταφέρναμε.
Ο “Γκόλιας”, ο Αριστείδης ο Λουκάς είχαν κρεμασμένο από τον λαιμό το δοχείο του απόπατου (το κατρουκάνατο) του καιρού μας και με την ξύλινη κουτάλα βουτούσαν κι έτρωγαν τα βραστερά κουκιά της ηλεκτρικής κουζίνας κερνώντας και τους επισκέπτες.
Έπρεπε να βλέπατε τα μικρότερα παιδιά πόσο αηδίαζαν με το θέαμα, γιατί δεν είχαν αντιληφθεί ότι το δοχείο κατουρήματος (ο ουροσυλλέκτης) ήταν ολοκαίνουργιο, μόλις είχε αγοραστεί από το μπακάλικο του Καραντζογιάννη. Από κει ο καρνάβαλος συνέχιζε τον γύρο του χωριού Ρομπολέικα, Μπαρονέικα, Κιτσακέϊκα, αλωνάκι, Μπαρμπερέικα, ώστε να κλείσει ο κύκλος και πάλι στα μαγαζιά κι ο Μένιος να βρει την ησυχία του, ικανοποιημένος ότι έφερε σε πέρας επιτυχώς το αποκριάτικο καθήκον…
Στο μεταξύ, απ το ύψωμα της “Κούλιας”, απ΄το “τσουγκάρ΄τ΄Μπεκιάρ’ (όπου το ψηλό σπίτι του δασκάλου Μπεκιάρη), το Ραχλάκι, τον αϊ-Θόδωρο, η πολιτεία των χαρταετών τής δικής μας κατασκευής σηκωνόταν και ανέβαινε όλο ανέβαινε ψηλά, σα να ΄θελε να φτάσει στα ουράνια να τη βλογήσει ο Θεός…
(Η ψηλή “εύθυμη χήρα” με τα μαύρα που θα δείτε στη φωτογραφία είναι ο «Σουσουγιάννης» (Γιάννης Κασκαρίκης) , η οποία πριν ακόμα περάσουν 40 μέρες από το θάνατο του άντρα της είπε να το γλεντήσει! Το ΄κανε σαν εκείνη, που όταν πέθανε ο δικός της, πριν φτάσουν οι συγγενείς στο σπίτι για παρηγοριά, κλείδωσε την πόρτα, τον ετοίμασε, του φόρεσε το κουστούμι και τα μαύρα του παπούτσια, τον καλοχτένισε, τον άπλωσε στη μέση της κάμαρας κι ύστερα, επειδή όσο ζούσε την ξυλοκοπούσε και την κακομεταχειριζόταν, στάθηκε από πάνω λέγοντάς του: «Βαρ΄ κι τώρα», βγάζοντας το άχτι της!!!
Με τον καιρό το κατοχιανό καρναβάλι αγκάλιασε και τα όμορα χωριά, την Παλιοκατούνα πρώτα, και το 1958 που ΄γινε η γέφυρα, και το Νιχώρ΄.
Τούτη τη χρονιά το θέμα ήταν η κατασκευή “κεντρικής πλατείας” που έλειπε κι απ΄ τα δύο κεφαλοχώρια. Για την Κατοχή ούτε συζήτηση, γιατί ο βράχος είχε καλυφθεί από παλιά με ψηλά πετρόχτιστα και άλλα χαμόσπιτα κι ήταν μεγάλες οι δαπάνες κατασκευής! Για το απέναντι χωριό τα πράγματα ήταν πιο εύκολα, αρκεί να ΄φευγε το μεγάλο δίπατο σπίτι που ΄ταν στο κέντρο της σημερινής πλατείας. Όμως ο Κατσάμπας με το συνεργείο του ήταν αποφασισμένοι και το τόλμησαν.
Έβαλαν στην παλιά βαλίτσα όλα τα σύνεργα της δουλειάς (διόπτρες, κορδέλες για το μέτρημα, μπλοκ σχεδιασμού, κιμωλίες και μολύβια) και με τοπογράφο μηχανικό τού Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ) τον Κατσάμπα, έχοντας ως βοηθό τον υπομηχανικό “Γκόλια” και τον “Μένιο” μαζί, άρχισαν πρώτα από τα μαγαζιά, όμως εδώ, οι εορτάζοντες την αποκριά και οι κάτοικοι των σπιτιών διαφώνησαν για το ύψος της αποζημίωσης και η προσπάθεια απέτυχε…
Θα δοκίμαζαν στο Νιχώρι. Όλος ο συρφετός, όλο το πλήθος με χορούς και τραγούδια γι΄ απέναντι. Δεν είχε μείνει παιδί για παιδί που να μην ακολουθήσει την παρέλαση με μπροστάρη τον “Μένιο” που τον κρατούσε ο αρχηγός απ΄ την τριχιά. Μόλις οι “πανηγυριώτες” κοντοζύγωναν στην πλατεία ο γάιδαρος κοντοστάθηκε, στήλωσε τα πόδια, σήκωσε τις αυτάρες του, άνοιξε πιο πολύ τα μάτια κι άρχισε να γκαρίζει, γιατί έξω απ΄ τον αλευρόμυλο του Βανού, στον κήπο, ήταν δεμένη μια γαϊδάρα. Άνοιξη, και φούσκωναν τα δέντρα (φουσκοδεντριές)! Ο Κατσάμπας του χάιδεψε την τραχηλιά έβγαλε λίγο κριθάρι απ’ την τσέπη του σακακιού και του ΄δωσε να φάει, του ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί και ήρεμος πλέον έφτασε ως την πλατεία, προς μεγάλη έκπληξη των Νιχωριτών που σηκώθηκαν απ΄τα γύρω καφενεία να υποδεχθούν τους κατοχιανούς.
Οι τοπογράφοι-μηχανικοί άπλωσαν τα σχέδια στο χαρτί και άρχισαν να μετρούν. Ο κουμπάρος μας ο “Γκόλιας”, με το πάντοτε χαρούμενο πρόσωπο, το γεμάτο αγαθότητα και τον δικό του ξεχωριστό τρόπο ομιλίας, πήρε το κοντάρι και στήθηκε στη γωνιά του χώρου, ο Τσάπας τ΄Βάκια (Μήτσος Π. Μπαρμπέρης) έτοιμος για τον σχεδιασμό (όταν τον Μήτσο τον είχα μαθητή στο νυχτερινό σχολείο, 30 χρόνων ήταν, του ζωγράφισα δύο λαχταριστά σύκα, του ΄γραψα τη λέξη “σύκα” δίπλα και του είπα να την συλλαβίσει αργά και να την πει. Την κοίταξε και με στόμφο φώναξε: «γλυκά»! (δάσκαλεεε απέτυχες…!), ο Αριστείδης ο Λουκάς είχε απλώσει με τον Μάκια τον Μάχα την κορδέλα κι ο μηχανικός Κατσάμπας με τις διόπτρες του (τα κιάλια) προσπαθούσε να εντοπίσει το κοντάρι, που δεν το ΄πιανε πουθενά, γιατί ο Γκόλιας, τύφλα στο μεθύσι, δεν μπορούσε να σταθεί ακούνητος σ΄ένα μέρος.
Τελικά έγιναν οι μετρήσεις, βγήκαν τα τετραγωνικά μέτρα, κι ήρθε η ώρα για το ποσό της αποζημίωσης. Δεν ήταν εύκολο να κλείσει η συμφωνία, γιατί ο ιδιοκτήτης είχε υψηλές απαιτήσεις.
- Πόσα θέλεις, ωρέ!
-Τόσα…
-Μα είναι πολλά!
-Μα και το σπίτι είναι σε κεντρικό σημείο!
Με τα πολλά κλείστηκε η συμφωνία, έφερε ο μικρός Κώστας τ΄Κατσάμπα το σακούλι με τα χαρτονομίσματα σε δεσμίδες, τα μέτρησαν και του τα ΄δωσαν, χωρίς να γίνει το γκρέμισμα του σπιτιού, γιατί τα χαρτονομίσματα τα επονομαζόμενα «στούκας», είχαν χάσει την αξία τους στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. Έδωσαν όμως ραντεβού για την επόμενη χρονιά!
Στο λιόγερμα επέστρεφε το καρναβάλι για να καεί ο “Μένιος” στη μέση της γέφυρας, κάτι που δεν έγινε, γιατί κάποιοι έριξαν αλογόμυγες στην κοιλιά του και ποιος να τον συγκρατήσει! Το ΄σκασε τρέχοντας για τ΄ αμπέλια κι αλλού αυτός, αλλού το σαμάρι του.
Εξοργίστηκε ο μπαρμπα-Πάνος κι έδωσε υπόσχεση ότι θα σταματήσει το καρναβάλι. Ευτυχώς που δεν έγινε. Το κράτησε μάλιστα εμπλουτισμένο με ποικίλη θεματολογία μέχρι το 1977!
Έφυγε απ’ τη ζωή την περίοδο των αποκριών, τον Φλεβάρη του 1982.
Την άλλη μέρα πέθανε κι ο “Μένιος του”!!! Για να πει η κυρα-Φροσύνη, η γυναίκα του: «πήρε κι αυτός το μερίδιό του…»
(ας είναι τα παραπάνω, μνημόσυνο σ΄όλους αυτούς που αγαπήσαμε και δεν είναι σήμερα κοντά μας. Μας χάρισαν όμως τόσες όμορφες αναμνήσεις που παραμένουν ως σήμερα απείραχτες κι αξεθώριαστες στη θύμησή μας…)
Υ.Γ. 1 Την περασμένη Κυριακή, 22 Φλεβάρη, βρέθηκα με φίλους στις γιορτές του καρναβαλιού γειτονικής πόλης. Πολύς ο κόσμος, μικροί και μεγάλοι χόρευαν ασταμάτητα σ΄όλους τους μουσικούς ρυθμούς, πολύχρωμες φανταχτερές στολές, μάσκες και φιγούρες εξαιρετικές σε τέχνη, η “βασίλισσα” αρκετά αισθησιακή μοίραζε φιλιά, η μπάντα έδινε τον τόνοκι ο τελετάρχης την έναρξη. Όλα όμορφα και εντυπωσιακά.
Στην επιστροφή σταματήσαμε για λίγο στο Αντίρριο, όπου λίγο πιο έξω στο πίσω μέρος της παλιάς προβλήτας, τρεις φαμίλιες γύφτων (όχι Ρομά με τα πολυτελή αυτοκίνητα!) σαν αυτούς που ΄χαμε κάποτε στα χωριά μας κι έφτιαχναν σιδερένια σουβλιά, πυροστιές, τσιμπίδες, σούβλες κι άλλα μεταλλικά εργαλεία και τους γνωρίζαμε με το μικρό τους όνομα.
Είχαν ανάψει μεγάλη φωτιά κι έψηναν. Δύο έπαιζαν το ζουρνά και το ταμπούρλο, ψηλές λεπτές γυφτοπούλες με κατάμαυρα μαλλιά, χόρευαν, στεφανωμένες μ΄ αγριολούλουδα, γυφτόπουλα είχαν φτιάξει μάσκες από χοντρό χαρτόνι που το ΄χαν βάψει, ένα χαλασμένο καρότσι για βρέφος είχε γίνει το άρμα της νύφης, έτρεχαν, μάλωναν, κρατούσαν ακόμα τον χαρταετό τους, χαίρονταν.
Εκείνη την ώρα μου ’ρθε στη σκέψη ο γέροντας-ήρωας της Εξόδου, (Γιάννη Βλαχογιάννη: Μεγάλα χρόνια), που μετά την απελευθέρωση πήγε με τον έγγονό του στους Τάφους των Ηρώων του Μεσολογγίου για τη μεγάλη γιορτή. Χιλιάδες συναγμένοι, στέκονταν και άκουγαν έναν που ΄βγανε έναν ατέλειωτο λόγο, χωρίς να καταλαβαίνει. Άκουγε και σαν κάτι να καρτερούσε…
-Ωρέ, δεν ήταν έτσι: φώναξε με δυνατή φωνή.
Άφησε στη μέση τη γιορτή και γύριζε θυμωμένος στο σπίτι. Εκεί κάπου σε μια γωνιά, στρωμένος καταγής ένας τυφλός χωριάτης διακονιάρης (ζητιάνος) έπαιζε τη λύρα του και τραγουδούσε. Έλεγε το θλιμμένο, το μοιρολόγι του Μεσολογγιού.
Ορθός ο γέρος, άσειστος άκουγε. Βρύση τα μάτια. Έκλαιγε ήσυχα και δεν μιλούσε.
Όταν κόπηκε το τραγούδι.
-Να ωρέ, έτσι ήτανε:
Αυτό είπε μοναχά και γύρισε στο σπίτι του και τον καημό του…
(Κάπως έτσι έφερα και εγώ πίσω το κατοχιανό καρναβάλι των παιδικών μου χρόνων. Μπας και έκανα λάθος;)
Υ.Γ. 2 Κώστα, Πραξία, Νίκο Λαχανά, σας ευχαριστώ για τις πληροφορίες και τις φωτογραφίες. Τον “Κατσάμπα” τον θυμόμαστε όλοι. Να ΄στε πολύ περήφανοι για τον πατέρα σας.
Υ.Γ. 3 Μάκο Καλόκληρε, με κολακεύει η πρότασή σου! «Καιρού και Γεραμπή επιτρέποντος, ίδωμεν….».
Υ.Γ. 4 Αντωνία, στα βαφτίσια του Γιάννου στον Πεταλά, τον παππού σου τον βάφτισα «Σαρανταυγά» αντί του σωστού «Σαραντασκιά» - Αντώνης Λαχανάς . Σμπάθα με! Με μάτιασε ο κατοχιανοαυστραλός συμμαθητής μου «Ντακνάς» (Τάσος Πανταζόπουλος).




