X

Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η Δική μου Κατοχή

Η δική μου Κατοχή 

Δάσκαλος Γιώργος Ρόμπολας 



Αγαπητέ μου Ηλία,


Φίλοι καλοί μου στέλνουν καθημερινά μηνύματα όπου εκφράζουν την ευχαρίστησή τους με αυτά που έγραψα στις 7 και 14 Μαρτίου 2025 με τίτλο: «50 χρόνια σαν μια μέρα» και «Έμπαινε Γιούτσο...» αντίστοιχα και τα οποία ανάρτησες στο πάντα φιλόξενο Katochi news. Με παροτρύνουν δε, να συνεχίσω προς αυτή την κατεύθυνση.

Κατά πρώτον θα ήθελα να τους ευχαριστήσω για τα θετικά τους σχόλια και να χαρώ για την συγκίνηση που ένιωσαν έστω και για λίγο. Προσπάθησα σε κάποιους εκ των μαθητών μου να εξηγήσω ότι δεν είμαι κάποιος ‘‘περισπούδαστος’’ συγγραφέας. Το τάλαντο της συγγραφής δεν το κατέχω.

Στη συνέχεια όμως σκέφτηκα ότι από την Κατοχή πέρασαν χωριανοί μας, οι οποίοι με την απλότητα, την ευγένεια, την καλοσύνη, την χαρούμενη διάθεση και την ευφυία που τους διέκρινε, έδιναν στην καθημερινότητά μας έναν ξεχωριστό τόνο, ζωγραφίζοντας συγχρόνως την εύθυμη πλευρά της φυσιογνωμίας του χωριού μας.

Ήταν δικοί μας άνθρωποι, αγαπητοί, με τους οποίους αναπτύξαμε δεσμούς αγάπης, φιλίας, αμοιβαίου σεβασμού και εκτίμησης. Μπορεί να μην ήταν "επώνυμοι" και "έπιφανείς, μπορεί να μην είχαν τελειώσει σχολές και πανέπιστήμια, όμως "δεν μας πρόδωσαν ποτέ" ,ποτέ δεν είπαν ψέματα"!!

Γι' αυτό και όσα χρόνια κι αν περάσουν, η θύμησή τους θα παραμένει βαθιά χαραγμένη στη σκέψη μας. Κι αυτό ξέρεις πώς το πέτυχαν, Ηλία; Επειδή, τα χρώματα που χρησιμοποίησαν, ήταν αυθεντικά, αγνά, καθαρά, απαλλαγμένα από κάθε ίχνος εγωισμού, υποκρισίας και κάθε άλλης μικρότητας. Το μόνο συνθετικό που διέθεταν, η ομορφιά της ψυχής τους, "υλικό", που είναι πολύ ανθεκτικό στο διάβα του χρόνου.

Με σεβασμό, λοιπόν, στη μνήμη όσων έφυγαν από κοντά μας θα «εισέλθω εις πειρασμόν» και θα σου στέλνω με την πρώτη ευκαιρία αληθινές ιστορίες που άκουσα ή έζησα σύγκαιρα και εφόσον κι εσύ τις θεωρείς ενδιαφέρουσες, μπορείς να τις γνωρίζεις στο αναγνωστικό κοινό του Katochi news.

Για τυχόν παραλείψεις ή αστοχίες μου ζητώ εκ προοιμίου την κατανόηση και επιείκεια των φίλων αναγνωστών.

Άλλωστε,

« όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά, με το μικρό του τ' όνομα ο ένας τον άλλον κράζει.

Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλουμε κλειδιά, ξέρει ο καθένας τ' αλλουνού τα μάτια να διαβάζει.»

Η σελίδα που θα σχηματίσεις στην εφημερίδα θα προτιμούσα να έχει τον τίτλο: «Η δική μου Κατοχή» και τούτο ας μην εκληφθεί ως εγωιστικό, αφού σ' αυτήν όλοι χωρούμε!

Και όπως γράφει ο Γιάννης Ρίτσος: «…τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας, (και), δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει»

Φιλικά, Γιώργος Ρόμπολας


Υ.Γ.1ο  Τις ιστορίες αυτές τις δημοσίευσα στην εφημερίδα "ΟΙΝΙΑΔΕΣ" σε έκδοση του Πνευματικού Κέντρου της Κοινότητάς μας, από το 1995 μέχρι το 2002, στη στήλη με τίτλο: "κάτι απ' τα παλιά" και την υπογραφή "ο παλιός". Σήμερα τις παρουσιάζω μερικώς ανανεωμένες και με περισσότερα στοιχεία.

2ο Η γκραβούρα με την Κατοχή είναι έργο του γλύπτη-ζωγράφου Γεράσιμου Ν. Ρόμπολα (Μάκης) και παραχωρείται μόνο για την στήλη ‘‘Η δική μου Κατοχή’’ της εφημερίδας σου. Κάθε άλλη χρήση είναι παράνομη (Νόμος ‘‘Περί προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων’’).



Η δική μου Κατοχή


Στα ερείπια της αρχαίας πόλης στέριωσαν οι παλαιότεροι από μας το κάστρο με τον βυζαντινό του πύργο (κούλια) κι ένα γύρω από τον γκρίζο βράχο της απλώθηκε με τον καιρό το μικρό χωριό.

Εδώ συνέρρεαν κατά διαστήματα ξηρομερίτες, ηπειρώτες, ευρυτάνες, πελοποννήσιοι, επτανήσιοι και κρητικοί κι όλοι μαζί, με πόνο και κόπο και ιδρώτα πολύ, έκαμαν τον τόπο αυτό αληθινό παράδεισο.

Στο πλάτωμα του λοφίσκου αναπτύχθηκε η αγορά με τα κάθε είδους μικρά καταστήματα: φούρνοι, μπακάλικα, χασάπικα, μαγειρεία, ραφτάδικα, τσαγκάρικα μπαρμπέρικα (κουρεία), τα «μαγαζιά της εποχής». Πέτρινα σπίτια διώροφα με εξωτερική σκάλα και καμάρα, αρχοντικά και χαμόσπιτα με τα υποστατικά τους.

Κατά το προσήλιο θεμελίωσαν την εκκλησία του προστάτη τους Αγίου Δημητρίου με το ψηλό καμπαναριό και στην πλάκα θεμελίωσης, ο λαϊκός τεχνίτης που τη σμίλεψε με χάρη έγραψε την ημερομηνία, 25 Μαρτίου 1849, καθώς και τούτα:

            «  O NAOC OYTOC TOY ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟC ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

    ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΘΗ ΔΙΑ CΥΝΔΡΟΜΑΙC ΤΩΝ ΦΙΛΟΝΑΩΝ 

    ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΚΑΤΟΧΗC

    ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΡΤΙΟY ΚΕ’ 

    ΕΠΙ ΒΑΣΙΛΕΩC ΟΘΩΝ ΤΟΥ Α΄»

Στο κέντρο δε, της υποτιθέμενης πλατείας έστησαν την μαρμάρινη στήλη με τον αϊτό και χαραγμένα τα ονόματα των κατοχιανών ηρώων που έπεσαν για τη λευτεριά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η αγορά, τόπος συνάθροισης των κατοίκων, «το κέντρο των εξελίξεων». Εδώ οι κατοχιανοί ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις, έλυναν ζητήματα τοπικού ενδιαφέροντος, έκλειναν συμφωνίες, φιλοσοφούσαν περί ανθρωπίνων και υπερφυσικών και τέλος, σκαρφίζονταν όμορφα αστεία και πειράγματα.

Το δικό μας στέκι ήταν το καφενείο του μπαρμπα Τάσου Φραγκαναστάση (Κοκόερας).

Ένα μακρόστενο οίκημα στο νότιο μέρος της πλατείας, χαμηλό, με χοντρούς πέτρινους τοίχους, σκεπή από κεραμίδια που τα μαδέρια της είχαν σκεβρώσει και υποβασταζόταν από δύο χοντρά ξύλινα υποστηλώματα, τρεις πόρτες

δίφυλλες, με τις δύο από τη μέση και πάνω με τζάμι για να μπαίνει το φως του ήλιου.

Το δάπεδο ανισόπεδο. Στο χαμηλό, απλωμένα τετράγωνα ξύλινα τραπέζια ή στρογγυλά σιδερένια με ψάθινες καρέκλες και στη γωνία προς το μεγάλο κιγκλιδωτό παράθυρο ο πάγκος με τα ποτά, ούζο, κονιάκ, μέντα, τα τενεκεδένια βαζάκια με τα γλυκά κουταλιού και το αρωματικό " υποβρύχιο", τα διαφορετικού μεγέθους μπρίκια και φλιτζάνια και τις κούπες για τον καφέ και το τσάι του βουνού.

Ο καφές ψηνόταν στη χόβολη και συνοδευόταν από πατρινό λουκούμι με άρωμα μαστίχας ή τριαντάφυλλου, το δε νερό ποταμίσιο που διατηρούνταν δροσερό στο μεγάλο πήλινο κιούπι («το κιπ'»).

Στο "άνω διάζωμα" τα τέσσερα ποδοσφαιράκια, τα οποία αργότερα πλαισιώθηκαν με το μπιλιάρδο καθώς και δύο "ληστές", « εις εκ δεξιών και εις εξ ευωνύμων» (οι ληστές ήταν συσκευές τυχερών παιχνιδιών στερεωμένες στον τοίχο, έχοντας στη δεξιά πλευρά ένα χειροκίνητο μοχλό, τον οποίον κατέβαζες, όταν έριχνες το κέρμα της δραχμής, μήπως και σου βγάλει κάποιο χρηματικό ποσό). Στο κέντρο τη μικρή, ξυλόσομπα για τις κρύες νύχτες του χειμώνα.

Στα καφενείο του Τάσου μαζεύονταν δύο και τρείς γενιές. Οι μεγαλύτεροι και γεροντότεροι από μας για τον ελληνικό καφέ, το χαρτί, πρέφα ή δηλωτή- την ανάγνωση της εφημερίδας " ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ" με τον Ταρζάν και τον “Τσακιτζή” σε συνέχειες (το σήριαλ της εποχής) κι εμείς οι παίδες του γυμνασίου, οι "γυμνασιόπαιδες" με το πηλήκιο στο κεφάλι που είχε στη μετώπη το σύμβολο της σοφίας την "γλαύκα" (κουκουβάγια) και τα διακριτικά Γ.Ν. (Γυμνάσιο Νεοχωρίου), (στρατιωτάκια αληθινά του καιρού εκείνου!), για λίγη χαλάρωση και ψυχαγωγία μετά την μελέτη των μαθημάτων. Κι όταν μας τελείωναν οι "φτωχές" δραχμούλες, που δεν ήταν και καθημερινές, καθόμασταν ν' ακούσουμε τις συζητήσεις των μεγαλύτερων. Σοφία και εμπειρία ζωής πολύτιμη!!

Τον μπαρμπα-Τάσο τον γνωρίσαμε όταν το λιπόσαρκo κορμί του είχε γείρει πλέον από τη φθορά του χρόνου και τον σκληρό αγώνα της ζωής. Πάντοτε ήρεμος, ευπροσήγορος, πανέξυπνος με το αϊτίσιο του βλέμμα να σε κοιτάζει διερευνητικά, στην πλάτη ριγμένο, χειμώνα καλοκαίρι, το τριμμένο μαύρο πανωφόρι, και στην άσπρη κεφαλή την τραγιάσκα που του χάριζε ο έμπορος ξάδερφός του Πάνος Φραγκαναστάσης (Γαλής).

Δεν περνούσε μέρα χωρίς να διαβάσει τον "Τσακιτζή" του και μάλιστα χωρίς γυαλιά ως το βαθύ του γήρας. Κάποια διαβολάκια από μας, όπως ο Νίκος Μπαλάσκας του Θυμιογάκη, ο Χρήστος Αθανασόπουλος - "Μπαΐας", ο Τάσος Πανταζόπουλος- "Ντακνάς", ο Γιώργος Ζαχαριάς -" Γούλας", για να του

αποσπάσουν την προσοχή από το διάβασμα της εφημερίδας, προφασίζονταν ότι μάγκωσε η μπάλα στα ποδοσφαιράκια ή ότι ήθελαν λάδωμα οι σιδερένιες βέργες των ξύλινων παικτών.

Το γεροντάκι όμως, έβαζε πρώτα το δάχτυλο στη γραμματοσειρά που είχε φτάσει, για να μη τη χάσει κι έπειτα σήκωνε το κεφάλι για να ρωτήσει τι θέλουν. Και το συγκινητικό, η συμπόνοια και ο σεβασμός που δείχναμε προς το πρόσωπό του. Το χειμώνα όταν τέλειωναν τα ξύλα της σόμπας και το γεροντάκι κρύωνε, κάποιοι από μας πηγαίναμε και του φέρναμε απ' του σπιτιού μας. Κι αυτός, ως αντίδωρο ευγνωμοσύνης, μας άφηνε να παίξουμε δωρεάν δυο-τρείς παρτίδες στο ποδοσφαιράκι.

Γι' αυτόν τον μπαρμπα-Τάσο των νεανικών μας χρόνιων θα ιστορήσω μερικά απ' τα ωραία του:

1ο «Τάσο, πόσις φουρές νίφκις απ' του προυί ;»

Η χαρτοπαιξία ήταν αυστηρά απαγορευμένη από το νόμο. Παρά την απαγόρευση, όσο πλησίαζε ο χειμώνας και φτάναμε προς τις χρονιάρες μέρες των Χριστουγέννων, το χαρτί έφτανε στην κορύφωσή του.

Παραμονή της μεγάλης γιορτής και πολλή κρύα, παγερή ήταν η βραδιά. Στο καφενείο του Τάσου η ξυλόσομπα σκορπούσε τη θαλπωρή της κι αργά περνούσαν οι ώρες. Οι πιστοί της τράπουλας, με μάτια κατακόκκινα από την αγρύπνια, συνέχιζαν το παιχνίδι.

Εκείνο το βράδυ ο Τάσος φαινόταν πολύ ανήσυχος. Ήταν η ώρα που ο μπαρμπα-Μήτσος ο Καρέλος, ο αστυνόμος του χωριού, θ' ανηφόριζε προς την εκκλησία για να "επιτελέσει" τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Όρθιος, κοντά στο ανοιχτό παράθυρο με το σιδερένιο κιγκλίδωμα, έχοντας στο πλατύ πρεβάζι γεμάτη την μπικιόνα με νερό τον περίμενε.

Όταν άκουσε τα βήματα να πλησιάζουν, σβήνει αμέσως την λάμπα πετρελαίου και κάνοντας δυνατά πφού, πφού, πφού, προσποιόταν πως νιβόταν, ώστε να νομίσει ο αστυνόμος, ότι μόλις τώρα είχα ξυπνήσει Όμως, ο πανέξυπνος Καρέλος, χαρτόμουτρο κι ο ίδιος, ήξερε καλά τον Τάσο Πλησίασε άκρη-άκρη στον τοίχο και φτάνοντας στο παράθυρο, του λέει σιγανά:

« Δε μ' λες, Τάσο, πόσις φουρές νίφκις απ' του προυί;»

(ο εστί μεθερμηνευόμενον: «Δεν μου λες, Τάσο, πόσες φορές νίφτηκες από το πρωί;»)

2ο « Μήτσου μ', απού ’δω σι πιρίμινα ή απού ’κεί….»

Η μεγάλη γιορτή της χαρτοπαιξίας ήταν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Ο σκοπός πάντα ο ίδιος: Ποιος θα κέρδιζε τις πενταροδεκάρες του άλλου. Πού χρήματα τότε για μεγάλα ανοίγματα!

Ο Τάσος, μανιώδης χαρτοπαίκτης ο ίδιος, φρόντισε για τον «φόβο των Ιουδαίων» να βάλει φύλακες. Έναν στον ανήφορο μεταξύ του σπιτιού του Γιώργου Καραντζογιάννη της θεια-Ολυμπίας και του Κοινοτικού καταστήματος και τον άλλον στο δρομάκι που ανέβαινε από τη μεριά της εκκλησίας. Ήταν σίγουρος ότι ο αστυνόμος από αυτά τα δύο σημεία θα περνούσε να πάει σπίτι του.

Να όμως που «έσπασε ο διάολος το ποδάρι του» και ο Καρέλος θεώρησε καλό για συντομία ν' ανηφορίσει από το στενάκι του Βαλαντόνα.

Είδε φως στο μαγαζί και μπήκε. Τι να δει! Τα "παιδιά" είχαν απλωμένο τραχανά: τράπουλες. χρήματα, ντιμπισίρια για να σημειώνουν στο μαύρο τραπέζι κ.λ.π.

- Τάσο, τι βλέπω; τι πράματα ειν’ αυτά;

Κι ο δυστυχής μπαρμπα-Τάσος, μη έχοντας τι να πει, σηκώνεται ψύχραιμα και ετοιμόλογος, όπως πάντα, του λέει:

- Έλα δω, κυρ-αστυνόμε (και τον βγάζει έξω από το μαγαζί). Τους

βλέπεις; (δείχνοντας τους σκοπούς), Μήτσουμ', από 'δω σε περίμενα ή

από ‘κει, όχι απ' αυτού που ήρθες!!!


(τα δύο πρώτα του μπαρμπα-Τάσου τα αφιερώνω με αγάπη στον ξενιτεμένο μας στις Η.Π.Α. Μπέμπη (Ανδρέα Νεοφώτιστο), τον ταχύτερο ποδοσφαιριστή που πέρασε ποτέ από τον ‘‘Τρίκαρδο’’ και καλύτερο σέντερ μπακ της Αιτωλοακαρνανίας.) 





Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω
Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032