Η δική μου Κατοχή: Οι παιδικές μου σαρακοστές και η επίσκεψη του Δεσπότη
Αυτές τις μέρες ήρθε στην θύμησή μου εκείνη η «Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή» του 1956, τότε που ζούσε ο πατέρας κι όλα κυλούσαν όμορφα, πολύ όμορφα και ξένοιαστα.
Η άνοιξη είχε στολίσει την παλιά γειτονιά με άσπρες, κίτρινες, κόκκινες βιολέτες, η πασχαλιά που ίσκιωνε το βαθύ πηγάδι των Μπαρωναίων, «σήμα κατατεθέν» της κατηφοριάς, σκόρπιζε το λεπτό της μύρο σ’ όλη τη δημοσιά κι οι πελαργοί στο πεύκο του Γουλιμή ετοίμαζαν τις φωλιές για τους νεοσσούς τους. Ο χειμώνας είχε περάσει πριν αρκετό καιρό.
Τα γειτονόπουλα παρατούσαν τις πάνινες γαλάζιες σχολικές σάκες και με μια φέτα καρβελιού, πασαλειμμένη με ζάχαρη και λάδι, έπαιρναν την ψηλή πέτρινη μάντρα, που προστάτευε το χωριό απ’ τις άγριες κατεβασιές του ποταμού και ξεχύνονταν στ’ αμπέλια για οβριές. Τα ίδιο κι οι μάνες μας κι άλλες γερόντισσες, με το καλάθι στον αριστερό αγκώνα και το σουβλερό μαχαίρι στο δεξί για να μαζέψουν ραδίκια, ζόχια, σκορδαλύθρες και σγάραντζα για το φαγητό της βραδιάς. Και κορίτσια. Πολλά κορίτσια, να κόψουν αγράμπελη και παπαρούνες για τα μαλλιά τους.
Τα κοντά παντελονάκια δεν έφταναν να μας προστατέψουν από βάτους, τσουκνίδες και τσιμπήματα. Μπαίναμε κυριολεκτικά μες τα «λουμπάρια», χωρίς να λογαριάζουμε τα κάθε λογής φίδια που’ χαν ξυπνήσει με την άνοιξη και πασχίζαμε να φτάσουμε τις πιο χολάτες κα τρυφερές, για να’ ναι ελκυστικό το εμπόρευμα. Στο λιόγερμα με γρατσουνισμένα γόνατα και αγκαλιά τα μάτσα γυρίζαμε τις γειτονιές για να πουλήσουμε.
-Ουβριές, ουβριές! ακούγονταν οι φωνές μας στα στενά δρομάκια και τις αυλές των σπιτιών.
-Πόσο τις έχετε, μωρέ παιδιά;
-Μια δραχμή το μάτσο, γιαγιά. Έλα να δεις. Είναι χοντρά τα μάτσα σήμερα!
Τρέχαμε πρώτα προς το Μπαρμπερέϊκο, γιατί ξέραμε ότι ο μπαρμπα-Πάνος, ο έμπορος με τ’ αρχοντικό, τις αποθήκες και τα μεγάλα βαρέλια κρασιού αγόραζε πολλά. «Οι οβριές καθαρίζουν το αίμα», μας έλεγε.
Η γυναίκα του όμως, έκανε παζάρια.
Έπιανε ένα-ένα τα μάτσα, που’ χαμε δέσει μ’ αγριόχορτο, κι αν τα ’βλεπε στην κλειστή παλάμη της πιο λεπτά, τα κοστολογούσε μισή δραχμή. Δεν μπορούσε ή δεν ήθελε, φαίνεται, να καταλάβει, πόση κούραση και υπομονή χρειαζόταν να τις μαζέψουμε μία-μία. Κι εμείς, μη έχοντας άλλη επιλογή, για να μη χάσουμε και τη «φτωχή» μισή δραχμούλα τις πουλούσαμε με μισή καρδιά.
-Πω, πω τσιγκούνα η παλιο-Μπαρμπέραινα, τόσα λεφτά έχουν…!
Κι επειδή «η πενία (η φτώχεια) τέχνας κατεργάζεται», κάποια μέρα, μ’ όλη την παιδική αφέλεια, σφηνώσαμε ανάμεσα στις οβριές λεπτά ξεραμένα χόρτα στο ίδιο χρώμα, για να νιώσει το μάτσο πιο χοντρό. Η πονηρή όμως γριούλα αντιλήφθηκε την κατεργαριά μας και μας τα πήρε με έκπτωση!
Όμως, και η μισή δραχμή ήταν υπολογίσιμη, γιατί μ’ αυτές θ’ αγοράζαμε τις πολύχρωμες κόλες να κάνουμε τους χαρταετούς και πολλά μέτρα σπάγκο για το πέταγμά τους, που άρχιζε απ’ την «Καθαρά Δευτέρα» με το «κατσάμπειο» κατοχιανό καρναβάλι και τέλειωνε των Βαγιών. Θ’ αγοράζαμε ακόμη και μια δερμάτινη μπάλα απ’ το κατάστημα του Μαρκέτου στο Νιοχώρι, και επιστρέφοντας με την περαταριά, θα πηγαίναμε στα καλάμια του Κοτσιλήρη, λίγα μέτρα απ’ τη γέφυρα, όπου στο χέρσο χωράφι του όλα ήταν έτοιμα για τις μεγάλες ποδοσφαιρικές μας τιτανομαχίες.
Εκεί Ρομπολάκια, Μπετσάκια, Λαχανάκια, Στρογγιλάκια (Στρογγίλης-Χρ. Μακρής) με τις ομάδες τους, καθώς και Νιχωρ’τάκια, που περνούσαν απέναντι απ’ το «πεζοπόρι», όταν το ποτάμι είχε λίγο νερό.
Αυτή τη φορά οι δραχμές μου εξυπηρέτησαν άλλον, πιο ευγενή σκοπό: Τα τσιγάρα του πατέρα.
-Γιώργη, πήγαινε στο περίπτερο να πάρεις ένα πακέτο και πες στον Αρβανίτη (Νάσος Στράτος) ότι θα περάσω αύριο να το πληρώσω.
Εκείνο το βράδυ ο πατέρας ξέμεινε από χρήματα. Είχε την καλή συνήθεια, να μοιράζει στη φτωχολογιά και την ορφάνια, όσα χρήματα μάζευε απ’ τα «τυχερά» των γάμων, βαφτίσεων, αγιασμών, ακόμη και τον πενιχρό μισθό του.
Εγώ, παιδί τότε έντεκα χρόνων, ντρεπόμουν να ζητήσω «βερεσέ».
-Πατέρα, τα τσιγάρα δεν τα χρωστάς, σου τ’ αγόρασα με δικά μου χρήματα απ’ τις οβριές (δακρύζουν τα μάτια την ώρα που γράφω τούτα…). Μ’ αγκάλιασε σφιχτά και με φίλησε δακρυσμένος.
Την άλλη μέρα απ’ το χαμηλό παράθυρο του σπιτιού πέταξε στο δρόμο τσιγάρα, πίπες, τσιγαροθήκες. «Άντε από κει, δεν το ξαναβάνω στο στόμα!»
-Παπά, δεν έπρεπε να τα πετάξεις, μπορεί να ξανακαπνίσεις, του’ πε η μάνα και η προφητεία της έπιασε. Μετά από δύο-τρείς μέρες ξανάρχισε.
Η πρώτη βδομάδα της σαρακοστής είχε αυστηρή νηστεία για να καθαριστούμε «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος», για να πάρουμε τη μεταλαβιά. Την περνούσαμε με λίγο χαλβά στη λαδόκολλα, μαρουλάκια φρέσκα και κρεμμυδάκια, χλωροκούκια, πατάτες ή μανέστρα, που τη λέγαμε με το χαϊδευτικό της «μανεστρούλα» και την τρώγαμε τη μια κόκκινη, την άλλη άσπρη και κάπου-κάπου μακαροτσίνι κοφτό με λίγα κομμάτια ξερό λιαστό χταπόδι απ’ το μπακάλικο της γειτονιάς μας, του «Τσαρλατάνου» (Αντ. Μπακογιάννης).
Ο πατέρας, πιο φιλελεύθερος, φρόντιζε τις μέρες της νηστείας να ψήνει κάτω από τον ίσκιο της γέρικης κληματαριάς που φύτεψε ο παππούς ο Σίμος, πότε καμιά μπριζολίτσα, πότε τρυφερά παϊδάκια. Μας λυπόταν ο καημένος..!
-Μωρέ παπά, Μεγάλη Σαρακοστή κι εσύ ψήνεις! του φώναζε από απέναντι η καλή του ξαδέρφη, η θεία Ρήνα του μπάρμπα-Μήτσου του Ντάνου.
-Ρήνα, ας τον παπά ήσυχο. Δεν βλέπεις τα παιδιά που’ ναι πετσί και κόκκαλο, βγήκανε τα γλιτζνάρια τους έξω, αντιφωνούσε η «Κιάσαινα» (η θεία Αθηνά, του μπάρμπα-Γιώργου Ρόμπολα).
-Ώστε, παπά, για μας μόνο είναι η νηστεία; συμπλήρωνε η άλλη καλή γειτόνισσα η «Γανιώσσα», η θεια-Αντιγόνη (η χήρα του Δημ. Τσάμη) η «κεφαλονίτισσα», που μιλούσε πάντοτε με μεγάλη ευλάβεια για τον άγιο-Γεράσιμό της.
- Γανιώσσα, άφησε τα κεφαλονίτικα, της έλεγε η θεια- Λένη η «Μπαρώναινα»,που όλο το χρόνο η καρδούλα της ήταν ολάνθιστο περιβόλι.
-Να νηστεύεις, Αντιγόνη, να νηστεύεις. Όμως η καλύτερη νηστεία είναι, όταν δεν τρως τη σάρκα του άλλου…της έλεγε ο πατέρας.
Την περίοδο της σαρακοστής υπήρχε και η εξομολόγηση. «Την Τετάρτη παιδιά, θα έρθει ο πατήρ-Παύλος Καρβέλης στο χωριό και πρέπει όλοι να πάτε να εξομολογηθείτε». Έτσι μας πρότεινε η πατρινή κυρά-δασκάλα των θρησκευτικών μας Αρετή Παπαθανασοπούλου. Να προσθέσω παρενθετικά γι’ αυτή ότι, όταν στο μάθημα της Παλαιάς Διαθήκης για τον Αβραάμ, τον γενάρχη των εβραίων, μας ανέφερε ότι έζησε τετρακόσια χρόνια! μου φάνηκε τόσο παράξενο, που αυθόρμητα μου ξέφυγε, «Ω! ψέμααα..». Κι όπως καθόμουν στο πρώτο θρανίο με το «Λύρα» (Γερ. Ρόμπολα) και τον «Μαγγανάρα», τον φίλο μου (Γερ. Μπακογιάννη), μου άστραψε μία, «δεν ντρέπεσαι και είσαι και παπαδοπαίδι. Θα το πω στον πατέρα σου!»
Εγώ, ο μαύρος, ήξερα ως τότε ότι οι άνθρωποι ζούσαν ογδόντα, άντε λίγα χρόνια ακόμη. Πρώτη μου φορά άκουγα για τόσα πολλά ( ούτε η τουρκική σκλαβιά δεν κράτησε τόσο…!)
Το ίδιο και η μάνα:
-Γιώργη, τώρα μεγάλωσες, μπήκες στα έντεκα, πρέπει να πας να εξομολογηθείς.
-Δεν μπορώ, ωρέ μάνα, δεν θέλω, ντρέπομαι, τι να πω;
-Ό, τι σε βαραίνει παιδάκι μου.
-Το γλυκό κουταλιού που’ χες κρυμμένο στην ντουλάπα και το’ φαγα και τα πορτοκάλια απ’ το περιβόλι του Τριτσαρώλη με βαραίνουν.
-Ε, αυτά να πεις στον παπά, και ότι λες κανένα ψεματάκι, μαλώνεις με τ’ αδέρφια σου, βλαστημάς… (για να κόψω την μόνη βλαστήμια που’ λεγα μικρός «το…. της μάνας σου», μ’ έβαζε κάτω απ’ τα σκέλια της και πότε μου ’βαζε πιπέρι στο στόμα ή τρυπούσε τα χείλη μου με το βελόνι. Άγριες καταστάσεις !)
Ξέρετε, αυτό το αναγκαστικό της εξομολόγησης σε τόση μικρή ηλικία, να μας βάζουν μπροστά με το καλάμι σαν τα γαλιά, δεν μπορούσα να το δεχτώ μέσα μου. Και δεν πήγα.
Ο πατήρ-Παύλος, όπως τον αποκαλούσαν, ήταν αρχιμανδρίτης και ιεροκήρυκας, της Μητρόπολης. Απ’ την πρώτη στιγμή που τον είδα, δεν τον συμπάθησα, όπως άλλους που περνούσαν απ’ το σπίτι. Μου φαινόταν πολύ άγριος, ανέκφραστος, με πολύ αυστηρό ύφος.
Την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, που βγαίνει ο σταυρός του Χριστού στο κέντρο του ναού μέσ’ από βιολέτες και ψάλλονται:
«Τον σταυρόν Σου προσκυνούμεν, Δέσποτα,…» και «Σταυρός η ωραιότης της εκκλησίας, σταυρός πιστών το στήριγμα…», ήρθε στον αϊ-Δημήτρη να ιερουργήσει. Προς το τέλος της λειτουργίας, όταν ο πατέρας βγήκε στη Ωραία Πύλη να καλέσει τους πιστούς για τη μεταλαβιά «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», κουρασμένος όπως ήμουν απ’ την τρίωρη ορθοστασία και το μακρόσυρτο κήρυγμα του αρχιμανδρίτη και μη έχοντας τι άλλο να κάνω στο Ιερό Βήμα, όπου βοηθούσα σαν «παππαδάκι», κάθισα για λίγη ξεκούραση στο ξύλινο σκαμνάκι και διάβαζα το «Δίπτυχον της Εκκλησίας της Ελλάδος» ή «Τυπικόν», όπου εκεί μέσα μεταξύ των άλλων, διαβάζει κανείς και τα βιογραφικά όλων των Δεσποτάδων της χώρας με τη φωτογραφία του καθενός.
Όπως ήμουν σκυμμένος και διάβαζα, μου’ ρθε τέτοια σφαλιάρα απ’ το χέρι του πατρός- Παύλου, που δεν είχα φάει ποτέ στη ζωή μου!
-Την ώρα της θείας λειτουργίας δεν διαβάζουν! μου λέει και μου παίρνει το βιβλίο με οργή.
Πληγώθηκα πολύ! Άνοιξα την πίσω πόρτα του ιερού και ανηφόρισα προς την «Κούλια».
Στάθηκα μπροστά στην ομορφιά μιας άγριας ανεμώνης, που ’χε φυτρώσει ανάμεσα στις πέτρες, μπροστά στην ομορφιά μιας μυγδαλιάς που άνθισε αθέλητα μπροστά στο κάστρο.
-«Εδώ είναι το μεγαλείο του Θεού…!» είπα.
Ο πατέρας, τού μίλησε πολύ αυστηρά. «Δεν σου το επιτρέπω…».
Ο «άγιος ιεροκήρυξ» δεν ξανάρθε στην Κατοχή, παρά μόνο όταν πέθανε ο πατέρας μου!
Το’ χε η μοίρα φαίνεται να τον συναντήσω ξανά την επόμενη χρονιά, όταν ήρθε στο Νιοχώρι, στον αϊ- Γιάννη το Θεολόγο, για εξομολόγηση των «γυμνασιοπαίδων». Δεν πήγα φυσικά, παρά την προτροπή του Κερκυραίου καθηγητή-θεολόγου Σπ. Πουλημένου, ο οποίος, όταν έμαθε του λόγους της άρνησής μου, μού χαμογέλασε με συγκατάβαση.
Βλέπετε, κάποια γεγονότα αφήνουν ανεξίτηλα τα σημάδια στην παιδική ψυχή! Κι απ’ την άλλη λέω: «Ποιος ξέρει, τι να κουβαλούσε κι αυτός μέσα του από μικρός. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου!».
Και τώρα που γράφω τούτες τις γραμμές, κει πάνω στα χρυσά συννεφάκια που βρίσκονται και οι δύο παρέα με τους αγγέλους και αρχαγγέλους, σίγουρα θα χαμογελούν μ’ αυτά που τους καταμαρτυρώ!
Την ίδια χρονιά, και μια βδομάδα πριν των Βαγιών(ε), θα ’χαμε την επίσκεψη του Δεσπότη Ιερόθεου.
Ο καιρός είχε γλυκάνει αρκετά (6 Μαΐου ήταν το Πάσχα), ο αέρας μοσχοβολούσε απ’ τις ολόανθες ακακίες της ακροποταμιάς και από κάθε λουλούδι, ζουζούνι και ζωντανό ανεσταίνονταν ο Χριστός. Η εκκλησία τ’ αϊ-Δημήτρη στην πλαγιά του λοφίσκου, φρεσκοασβεστωμένη και στολισμένη με βάγια και δαφνόκλαδα, περίμενε να δεχτεί τον «Σεβασμιώτατον».
Ο παπά-Νίκος με τους επιτρόπους είχαν φροντίσει από μέρες να ‘ναι όλα έτοιμα (οι ιερείς όταν έχουν επίσκεψη Δεσπότη είναι αρκετά ανήσυχοι, μήπως και πάει κάτι στραβά..!)
Ο καλός μας «Ακάκιος», ο καντηλανάφτης με την θεια-Νήσω είχαν πάρει τον ανήφορο απ΄τα χαράματα, να συγυρίσουν την εκκλησία, ν΄ανάψουν τα καντήλια, να βάλουν τριαντάφυλλα στην εικόνα του αγίου και να στρώσουν το κεντητό μαξιλαράκι στο θρόνο του Δεσπότη, το Δεσποτικό. Οι τρεις «ιερόπαιδες», Τηλέμαχος Τσάμης τ’ς θεια-Φίλινας, Κώστας Πλακίδας (Γαλάζος) και Σπύρος Κιτσάκης, (Μπικικίνης) ανέλαβαν το χτύπημα της καμπάνας. Της μεγάλης ο πρώτος και τις δυο μικρές οι άλλοι.
Για τον Τηλέμαχο, ορφανό παιδί από 3 ετών, όλος ο κόσμος του ήταν ο χώρος της εκκλησίας, της Κούλιας και του αρχοντικού του Γουλιμή. Ακολουθούσε τα ράσα του παπά όπου κι αν πήγαινε. Έχοντας το σπίτι του πίσω απ΄την εκκλησία φρόντιζε να φτάνει πρώτος στην καμπάνα, ν’ ανάβει το μαγκάλι στο ιερό για τις παγερές μέρες, να κόβει το αντίδωρο και τους άρτους και τις Δεσποτικές γιορτές να κρατάει τον σταυρό. Όταν δε μεγάλωσε κι έγινε μηχανικός, μαζί με τον «Τζάβαλο» (Στάθη Δρακονταειδή) με το αλλήθωρο μάτι και την ψευδή ομιλία, ρύθμιζε τα μεγάλα γρανάζια του παμπάλαιου ρολογιού, που αιωρείτο στο μέσο της στριφτής σιδερένιας εσωτερικής σκάλας του καμπαναριού.
Ήταν μεγάλη η ευχαρίστηση που έπαιρνε όταν τις χτυπούσε. Κάποια Μ. Παρασκευή δε, που χτυπούν όλη μέρα λυπητερά - αυτός είχε «ξεσχολήσει» πλέον από ιερόπαιδο κ’ έβοσκε τα πρόβατα των «Μαλιαγκαίων» (Μήτσου και Λάμπρου Λουκά) στον αϊ-Λιά - δεν τον ευχαριστούσε ο ήχος, του φαινόταν πολύ αδύναμος. Αφήνει το κοπάδι, τρέχει προς τον αϊ- Δημήτρη, αρπάζει το γλωσσίδι της καμπάνας με την τριχιά κι αρχίζει να τη χτυπά με μανία για πολλή ώρα. «Να, ωρέ, αυτή είναι καμπάνα….!».
Να πω ακόμη για τον Τηλέμαχο ότι, όταν πηγαίναμε στο σπίτι του για να μάθουμε πώς φτιάχνουν τους χαρταετούς, αν κάτι δεν τον ικανοποιούσε , τα ζύγια για παράδειγμα ή η ουρά, η συνηθισμένη βλαστήμια του ήταν «…τα τσεμπερέκια τ’ αϊ-Θοδώρου!». Τι του ’φταιγε ο άγιος, δεν ξέρω. Ίσως για να τον «τσαντίσει», και να τον φωτίσει να γίνει μηχανικός!
Γλυκιά, τρυφερή ξημέρωσε η πέμπτη Κυριακή των νηστειών. Ο ήλιος είχε χτυπήσει ήδη στην κορυφή τού Κατσά, όταν η απαστράπτουσα λιμουζίνα του Μητροπολίτη με τη διακριτική πινακίδα Μ.ΑΙ&Α. και τη σημαιούλα με τον δικέφαλο αετό του Βυζαντίου, έφτανε στο πέραμα. Με το που τράβηξε το καρούλι του συρματόσχοινου της μαόνας ο Γιάννης ο Μπαρώνος, οι κωδωνοκρούστες της εκκλησιάς ανταγωνίζονταν ποιος θα χτυπήσει δυνατότερα. Οι πελαργοί ξαφνιάστηκαν κι έκαναν μεγάλους κύκλους γύρω από το πεύκο σα να ’θελαν να δείξουν τη δυσφορία τους για τον τρόμο των μικρών τους.
Στα «μαγαζιά» τα μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου, ο κοινοτάρχης Δημήτριος Τζανάκης με τους κοινοτικούς του συμβούλους και πλήθος κατοχιανών υποδέχτηκαν τον κ.κ Ιερόθεο κι όλοι μαζί κατηφόρισαν προς το αϊ-Δημήτρη, όπου ο παπά-Νίκος με τους δύο ψάλτες «Λατόμο» (Γερ. Φραγκαναστάση) και Χρήστο Κατσάνο είχαν διαβάσει τον όρθρο και τον περίμεναν στην είσοδο ψάλλοντάς του «εις πολλά έτη, Δέσποτα».
Στο μέσο τού ναού οι συνοδεύοντες αυτόν μεσολογγίτες ιερείς παπά-Τάσος Κουρμπάνης και παπά-Γιώργης Κουτσογιάννης, με τη βοήθεια του λεπτόσαρκου λαϊκού με τ’ όνομα Δημήτριος Πούλος, γραμματέας της Μητρόπολης, τον οποίο έπαιρνε πάντοτε μαζί του για να του θυμίζει, αν ξεχνούσε κάτι, του φόρεσαν τη χρυσοΰφαντη κεντητή αρχιερατική στολή και πήγε προς το τέμπλο ν΄ ασπαστεί τις εικόνες. Το Δεσπότη Χριστό, τη Θεοτόκο, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τον πολιούχο της Κατοχής. Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του αγίου, την κοίταξε και στρέφοντας την κεφαλή προς τον πατέρα μου του λέει:
«Το πέταλο του αλόγου θα φιλήσω ;…..!»
Ήθελε τον άγιο πεζό κι όχι καβαλάρη. Του υποσχέθηκαν όμως οι επίτροποι ότι θα γίνει το θέλημά του…
Οι κατοχιανοί, δεν μπορούσαν να διανοηθούν κάτι τέτοιο. Κι όποτε ερχόταν στη Κατοχή, έβγαζαν την εικόνα, κάλυπταν το κενό με άσπρο ύφασμα, και όπως αυτός ξεχνούσε, γεροντάκι ήταν άλλωστε, του ’λεγαν ότι παράγγειλαν στον αγιογράφο Κασόλα να φτιάξει άλλη, μέχρι που πέθανε, και «έως της σήμερον» ο αϊ-Δημήτρης είναι στην εκκλησία του καβάλα στ΄ άλογό του!
Πριν το «Μετά φόβου Θεού…» θεώρησε καλό να μιλήσει προς τους πιστούς για την μεταμεληθείσα πόρνη Μαρία την Αιγυπτία και σήμερα Αγία, που γιόρταζε ‘κείνη τη μέρα.
Κρατώντας τη χρυσοποίκιλτη ποιμαντορική ράβδο άρχισε με στόμφο: « Ήμιν ποτέ…ήμιν ποτέ... Πού ήμουνα ώρε Μήτσο;» ρωτάει τον γραμματέα του που στεκόταν δίπλα.
«Στην Δερβέκιστα, Σεβασμιώτατε….!»
Είδαμε και πάθαμε μέχρι να τελειώσει.
Ο Ιερόθεος συνήθιζε στο τέλος της λειτουργίας , λίγο πριν αναχωρήσει, να καλεί τους παπάδες, τους ψάλτες, τους επιτρόπους, τους νεωκόρους και τα «ιερόπαιδα» στη μέση του ναού και να τους δίνει νουθεσίες και συμβουλές. Ήταν δε σφόδρα αντικομμουνιστής.
Ο Κατσάνος το αντίθετο. Ιδεολόγος κομμουνιστής με δράση. Είχε όμως το κακό ελάττωμα: Όσο καλλικέλαδος ψάλτης ήταν, με βαθιές γνώσεις βυζαντινής μουσικής, άλλο τόσο του άρεσε η ελευθεροστομία. Στην καθημερινή κουβέντα στα καφενεία και τις ταβέρνες ξεπερνούσε και τον ποιητή της αρχαίας κωμωδίας Αριστοφάνη. Μάλιστα ο «Βελόνης» (Κ. Ράπτης), τον καλούσε για μεζέ στην ταβέρνα του «Χαβιλέ» (Γερ. Ματσίγκα) για ν’ ακούει τις νοστιμιές του…
Κάθε φορά, λοιπόν, που ερχόταν ο Σεβασμιώτατος στην Κατοχή τον ρωτούσε, αν παραμένει ακόμη κομμουνιστής. Είχε βαρεθεί να τ΄ ακούει ο Κατσάνος
-«Χρήστο, δεν πιστεύω να είσαι ακόμη κομμουνιστής;»
-«Ώρε, δε φτείς τα……(τους όρχεις σου), Δεσπότη, ναι, είμαι κομμουνιστής!».
Και τράβηξε για το μαγέρικο του Μπρίκη…
Ο πατέρας, έπειτα απ΄ όλα όσα έγιναν την άγια ’κείνη μέρα, «τόλμησε» να τον προσκαλέσει στο φτωχόσπιτό του, που μόλις είχε χτιστεί, για να πιεί καφέ και να δώσει την ευλογία του.
Στολίστηκε με τα καλά της η κυρά παπαδιά και κομψοτάτη, όπως ήταν, τον περίμενε στην πόρτα και με μια συρτή υπόκλιση ως κάτω ασπάστηκε «την δεξιά του χείρα». Εκεί κι ο Πρόεδρος, οι επίτροποι, ο οδηγός του ο Μένιος, ο «κυρ Μήτσος», όπως αποκαλούσε τον γραμματέα του, η μάνα. Τα μικρά γειτονόπουλα κοίταζαν απ' τ’ ανοιχτά παράθυρα κι εμείς, μαζεμένα πίσω στο κουζινάκι με τεντωμένα αυτιά κι ορθάνοιχτα τα μάτια, «θεωρούσαμε τα συμβαίνοντα».
Στο προικώο ασημένιο δισκάκι έβαλε η μάνα τα ποτηράκια με το κονιάκ, τη μέντα, το γλυκό κουταλιού και άρχισε πρώτα απ΄το Δεσπότη, «κατά την τάξη» φυσικά!
Ο άγιος ιεράρχης δεν πήρε το ρακοπότηρο μόνο του, άρπαξε όλο το δίσκο και τον πέταξε στο δρόμο.
« Στην οικία του ιερέως δεν πίνουν αλκοόλ!».
Μείναμε όλοι άναυδοι! Ο πατέρας πώς δεν έπαθε ανακοπή. Ο μικρός τότε Γεράσιμος (Μάκης), μόλις έξι χρονών :
«Γιώργο, θα πάω να τον πιάσω απ΄τα γένια…!». (Ξεχνιούνται τέτοιες καταστάσεις;)
Έτσι, «μετά την επεισοδιακήν ταύτην ευλογία του αγίου Δεσπότου ημών Ιεροθέου» ( αιωνία του η μνήμη) , ο Τηλέμαχος με την παρέα του δεν ξέχασαν να κατευοδώσουν αυτόν και την συνοδεία του με κωδωνοκρουσίες , μέχρι να μπουν και πάλι στη μαόνα κι η παπαδιά, η κυρα-Λένη, να μαζέψει τα «επίλοιπα» σπασμένα ποτηράκια της…
ΥΓ1: Τον Οκτώβρη του 1982 βρέθηκα έξω από το Υπουργείο Παιδείας για υπηρεσιακούς λόγους. Καθόμουν στο μικρό πεζούλι της ιστορικής εκκλησούλας που είναι στην είσοδο του. Απ’ το πεζοδρόμιο της οδού Μητροπόλεως κατηφόριζε ένας λιπόσαρκος παπούλης με χαρούμενο πρόσωπο, με προορισμό το κτήριο της αρχιεπισκοπής, κρατώντας την ποιμαντορική του ράβδο (το μπαστουνάκι). Στα δύο βήματα από μένα, σηκώθηκα και του λέω: «Ευλογείτε, Σεβασμιώτατε» και σκύβω να του φιλήσω το χέρι. «Γιώργο! με αναγνώρισε αμέσως, μ’ αγκάλιασε, με φίλησε, τι κάνει η μάνα σου, τ’ αδέρφια σου, ο ζωγράφος ο Γεράσιμος. Γιατί είσαι εδώ;». Βγάζει από το τσεπάκι την κάρτα του και μου τη δίνει. «Αν χρειαστείς τη βοήθειά μου, τηλεφώνησέ μου, βιάζομαι τώρα, γιατί έχουμε Ιερά Σύνοδο».
Ο παπούλης αυτός ήταν ο γραμματέας του Ιερόθεου, Μητροπολίτης τότε στην Έδεσσα και την Βέροια και σημερινός άγιος Καλλίνικος Πούλος, που τον γιορτάζει η Ορθόδοξη εκκλησία στις 8 Αυγούστου εκάστου έτους. Είχα να τον δώ από την ημέρα της κηδείας του πατέρα μου, 1 Αυγούστου 1962, μετά από είκοσι ακριβώς χρόνια!
Και μου λέει σήμερα η ξενιτεμένη κόρη μου Ρηνούλα: «Δηλαδή, μπαμπά εσένα σ΄ αγκάλιασε άγιος. Άρα, πρέπει κι εσύ να γίνεις άγιος!».
Ξεχνά, φαίνεται την λαϊκή ρήση : «Παιδί παπά, διαόλ’ αγγόνι».
«ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ» σε όλους και ξεχωριστά σε ξενιτεμένους μας
Γιώργο Μπλαχούρα, στον Καναδά, ευχαριστώ για τις θερμές ευχές σου και την όμορφη κάρτα σου!







