Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η δική μου Κατοχή: Ο κατοχιανός Λάζαρος και το τραγούδι του.

Είδες ποτέ σου παιδιά δέκα-δώδεκα χρόνων να ρίχνονται πρωί-πρωί στα κρύα νερά τού βάλτου και μεσ΄ από ψαθιά, βουρλιές και καλαμιώνες να μαζεύουν εκείνα τα μυρίπνοα κρίνα, τα κίτρινα, που μόνο στο κατοχιανό φυτρώνουν;

Κι ακόμη, είδες ποτέ τόσες πολλές κομπανίες να πλημμυρίζουν τους δρόμους και τις γειτονιές του χωριού, κρατώντας τα βαριά γιαννιώτικα χαλκοπράσινα κύπρια με τα δυο και τρία γλωσσίδια, χτυπώντας τα μ’ όλη τη δύναμη, και σ’ όλους τους ήχους και ρυθμούς να τραγουδούν τα “κάλαντα” του Λαζάρου;

 Ε, λοιπόν, ένα τέτοιο πανηγύρι ούτε είδες ούτε θα ξαναδείς κι όσοι το γεύτηκαν, ας το ξεχάσουν!

Την παραμονή της γιορτής κάναμε σκασιαρχείο απ’ τα μαθήματα. Λες κι “έπεφτε σύρμα”!

Πριν ο ήλιος χτυπήσει την κορφή του Κατσά, όλα τ’ αγόρια της Έκτης, άνιφτα και χωρίς να βάλουμε τίποτε στο στόμα -τόση ήταν η έγνοια κι η λαχτάρα μας-   παίρναμε το μακρύ κακοτράχαλο μονοπάτι, που σαν τεράστιο φίδι σερνόταν στα ριζά του βουνού και μεσ΄ από ΄να παρθένο δάσος από φλογάτες κουτσουπιές, ολόανθες μυρτιές, σκίνα κι ανθισμένη αγράμπελη, με πλεγμένες τις πλεξούδες στις αγριοκληματαριές, θέλαμε να φτάσουμε μια ώρα αρχύτερα στο μικρό ακρωτήρι, που έσβηνε απαλά και χανόταν στα νερά της λίμνης, πίσω απ’ την “αη- Σωτήρα” και τον Μαυραν’κόλα, κατά τη μεριά του Τρίκαρδου.

Στις όχθες, λεύκες πλούσιες σε φύλλωμα και ομορφιά και ψηλά κυπαρίσσια  ύψωναν τις κορφές τους στον ουρανό και την νύχτα αμέτρητα αστέρια τρεμόσβηναν στον πυθμένα της.

Αν το μάτι σου μπορούσε να ερευνήσει το βάθος αυτών των νερών, που ’ναι γεμάτα βούρκο, θ’ ανακάλυπτε πελεκητούς ογκόλιθους, τους οποίους σε πολύ μακρινούς χρόνους οι αρχαίοι Οινιαδίτες έθαβαν, για να στεριώσουν τον πέτρινο δρόμο προς την Κατοχή. Νερά που ΄βγαιναν από μυστικές υπόγειες φλέβες του Αχελώου και μυστηριώδεις σπηλιές και “ματάκια” σχημάτιζαν ρυσίδες και μικρά ποτάμια που ΄χυναν τα νερά τους στη θάλασσα του Πεταλά, η οποία με τη σειρά της έφερνε άμμο, φύκια και ξύλα προς την ακτή κι έφραζε τις μπούκες για να γίνει έτσι η βαλτολίμνη του Λεσινίου.

Το ανοιξιάτικο εκείνο πρωινό γιόρταζε η πλάση όλη, τα φυτά, τα πουλιά, τα έντομα, τα μικρά παιδιά. Μόνο οι μεγάλοι έμεναν στις έγνοιες και τα προβλήματα της καθημερινότητας.

 Βουλιάζαμε ως τους μηρούς στ’ ακύμαντα νερά κι απλωνόμασταν σ’ όλη την έκταση να μαζέψουμε όσους κρίνους μπορούσαμε περισσότερους. Τα νερόφιδα γίνονταν αντιληπτά απ’ την κρυάδα που νιώθαμε όταν περνούσαν γλείφοντας το κάτω μέρος των ποδιών μας, τα καβούρια απ’ τις δαγκωματιές που έριχναν στις φτέρνες και οι χελωνίτσες απ’ τ΄ απαλά, χαϊδευτικά τσιμπηματάκια. Εκείνο που ’ταν απαίσιο, οι βδέλες! Τα μικρά σκουλήκια που κολλούσαν ασταμάτητα σαν βεντούζες και ρουφούσαν λαίμαργα το αίμα και φούσκωναν. Τις νιώθαμε απ’ τον πόνο που προξενούσαν στα γυμνά πόδια και προσπαθούσαμε να τις ξεκολλήσουμε, να τις τινάξουμε από πάνω μας. Όμως μπροστά σ’ εκείνο το γιορτάσι που ζούσαμε, όλα αυτά τ’ αφήναμε στην άκρη…

Το μάζεμα τραβούσε πολύ. Κι όταν ο ήλιος ανέβαινε αρκετά ψηλά, βγαίναμε απ’ τον βούρκο με κατάμαυρα πόδια, τα ξεπλέναμε στο  μεγάλο «ματάκι» και κατάκοποι, βγάζαμε τα ρούχα να στεγνώσουν και σαν τις νεροχελώνες ξαπλώναμε ανάσκελα στα ζεστά βράχια του βουνού, σαν σε ηλιοθεραπεία, να πάρουμε μια ανάσα.     

Δυο καλοί φίλοι μάς περίμεναν κάθε φορά στον ίσκιο του γέρικου φράξου. Ήταν ο Γιάννης τ’ “Ζούμα” (Ποταμιάνος) κι ο Κώστας ο Τσιλιγιάννης.

Ο πρώτος, είχε τελειώσει το σχολείο δυο χρόνια νωρίτερα. Κι όπως συνέβαινε τότε, νέα παιδιά με καχεκτικούς ώμους, λιπόσαρκα ακολουθούσαν τη μοίρα των γονιών τους, βόσκοντας τα ζωντανά ή σκάβοντας τη γη, γιατί το αγεφύρωτο ποτάμι ήταν μεγάλο εμπόδιο για τα περισσότερα και δεν ήταν εύκολο να φτάσουν ως το Αιτωλικό ή το Μεσολόγγι να πληρώσουν κάποιο σπίτι και να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Δύσκολα χρόνια. Λίγοι είχαν τη δυνατότητα. Εμείς ήμασταν απ’ τους τυχερούς που το 1958 έγινε η γέφυρα!

 Ο Κώστας ακολουθούσε τον πατέρα του, τον μπαρμπα-Σπύρο, με τη μεγάλη γυριστή μουστάκα, κι απ’ τα ψηλά βουνά των Τζουμέρκων καβάλα στα ζώα, ώρες και μέρες ατέλειωτες, όπως πήγαιναν τα νερά των ποταμιών, έτσι ροβολούσαν κι αυτοί, για να φτάσουν στον Κατσά και να παλέψουν με την πέτρα, τη λάσπη και τη φωτιά.     Στη δυτική πλαγιά, λίγο πιο κάτω απ’ τ’ άγιο-Πνεύμα, όπου έβρισκαν σκληρό, σταθερό έδαφος, άνοιγαν μεγάλους λάκκους, έχτιζαν κυκλικούς φούρνους με ξερολιθιά κι έκαναν τις ασβεσταριές. Εκεί κι αυτός. Κουβαλούσε στους ώμους ή με τα μουλάρια φρύγανα και ξύλα απ’ το δάσος για να κάψουν το καμίνι.

Τον γνωρίσαμε, σαν κατέβαινε στο σχολείο με τα τσαρουχάκια του και το μάλλινο σακούλι να μάθει λίγα κολλυβογράμματα. Μας έφερε το κουδουνάκι της Αρέτως, της κατσίκας του, για να το κρεμάσουμε στην κορυφή του σταυρού του Λάζαρου κι ένα μικρό μυρωδάτο αμάραντο, που ’χε μαζέψει στα κατσάβραχα. που, “…τον τρών΄τα λάφια και ψοφούν, τ’ αγρίμια και ΄μερεύουν…”.          

Θα  παίρναμε και τον Κώστα την άλλη μέρα στην παρέα μας.

Ο Γιάννης, χαρούμενο παιδί, σαν τον κεφαλλονίτη πατέρα του, φιλόξενο, με πολύ χιούμορ, δεν μας άφηνε να γυρίσουμε στο χωριό για τις ετοιμασίες, αν δεν περνούσαμε πρώτα απ’ το καλύβι του.

Πατώντας με προσοχή πάνω σε χονδρούς κορμούς δέντρων που ΄χαν ρίξει στα βαλτόνερα οι ξωμάχοι, σαν είδος δρόμου, μας οδήγησε στο φρεσκοασβεστωμένο πεντακάθαρο σπιτοκάλυβο, όπου η μάνα του, η κυρά Ρήνη, εκείνος ο άνθρωπος με το ήρεμο, γλυκό πρόσωπο, με τους ευγενικούς τρόπους, είχε φροντίσει, κατά την επιθυμία, κατά την “παραγγελιά” του γιού της, να έχει έτοιμη τη μεγάλη κουλούρα με το γίδινο τυρί, που ’χε ψήσει στο φούρνο της αυλής.

Ο μπαρμπα-Αντρέας το χαιρόταν πολύ! Γελούσαν ως και τ’ αυτιά του που μας έβλεπε πώς πέφταμε στο μεγάλο ταψί. Και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς, γιατί η πείνα… θεριό μέσα μας!…

Εδώ, είχαμε και την κρυφή ελπίδα ότι θα συναντούσαμε και κάποια άλλα ολόδροσα άνθη. Την Ντίνα, την Ελένη, την Πολυξένη, τη Μάρω τη βλαχοπούλα με την κεντητή ποδιά αλλά, “οποία απογοήτευσις”!

Αυτές είχαν φορτώσει από το πρωί τις βελέντζες, τις κουρελούδες και τα σαΐσματα στα δυο γαϊδουράκια και τράβηξαν προς τ’ Αγιονέρι για να τα πλύνουν, να τα χτυπήσουν με τον κόπανο, και να τ΄ απλώσουν στις άσπρες πέτρες για στέγνωμα. (Νεανικά σκιρτήματα της άνοιξης, ξέρετε, που αν τα ομολογούσα στον αρχιμανδρίτη ο οποίος μου ‘χε ρίξει τη σφαλιάρα πριν μερικές βδομάδες, όπως έγραψα στο  KatochiNews (30-03-2026), σίγουρα θα με συγχωρούσε, επικαλούμενος τα λόγια του Ψαλμού, «αμαρτίας νεότητός μου μη μνησθείς, Κύριε…».

Περίλυπος ο Γιάννης όταν αναχωρούσαμε. Θα ΄θελε κι αυτός να τραγουδούσε μαζί μας τον Λάζαρο, όμως ο αγώνας για το ψωμί τον κρατούσε πίσω…

 “Περί ώραν δεκάτην τρίτην”,φορτωμένοι τα δεμάτια των κρίνων, φτάναμε στο μικρό γεφυράκι με την πέτρινη καμάρα που ένωνε τις Λάκκες με το Βελούχι και επιδεικτικά περνούσαμε έξω απ’ το σχολείο για να στείλουμε το μήνυμα ότι το καλύτερο μάθημα μπορεί να το πάρει κανείς στη φύση, ενώ η δασκάλα μας πάνω απ’ το πλατύσκαλο μας φοβέριζε:

 – Θα τα πούμε μετά τις διακοπές. Δεν μας υπολογίζετε καθόλου. Ούτε στον πισινό σας δεν μας γράφετε!

– Όχι, κυρία, σας γράφουμε, σας γράφουμε! (όλοι μαζί εμείς)     

 Ίσως να απορείτε. Τόση ταλαιπωρία για λίγα λουλούδια! Δεν υπήρχαν κρίνα σ’ ολόκληρο χωριό; Και βέβαια υπήρχαν. Και πρώτα πίσω στα βράχια της παμπάλαιης βυζαντινής εκκλησιάς τ’ αϊ-Παντελεήμονα που ’ταν θαμμένοι κάποιοι άγιοι άνθρωποι, στον αϊ-Θόδωρο, το πρώτο νεκροταφείο της Κατοχής, και στον αϊ-Λάζαρο, το σημερινό. Όμως ήταν όλα πένθιμα, σαν εκείνο το μωβ χρώμα που βάζουν στις εκκλησιές το Μεγαλοβδόμαδο.

 

Εμείς θέλαμε τα χαρούμενα, τα φωτεινά, τα ασπροκίτρινα της λίμνης. Άλλωστε, ανάσταση ανθρώπου  γιορτάζαμε!    

Αρχίζαμε από τη Μεγάλη Σαρακοστή να “καπαρώνουμε”, χωρίς χρήματα φυσικά, πολλά μαντήλια χρωματιστά που φορούσαν οι γυναίκες και τα κορίτσια στο λαιμό, καθώς κι εκείνα τα μεγάλα που ΄ριχναν στην πλάτη και τους ώμους προς καλλωπισμόν τους. Λίγες αθετούσαν τον λόγο και παραβίαζαν τη συμφωνία.

 Το ίδιο συνέβαινε και με τα κύπρια, τα βαριά κουδούνια που κρεμούσαν με γερό δερμάτινο στεφάνι στον λαιμό του γκεσεμιού, του μπροστάρη τράγου, που οδηγεί το κοπάδι στη βοσκή.

Περιμέναμε τον “Ντελή” (Κώστα Ζυγιώτη), τον “Ρέμπελο” (Γερ. Ζυγιώτη), τον Πέτρο τον Καραμπέκιο, τον “Δάγκανο” (Σπύρο Καραμπέκιο), τον Γιώργο τον Καπώνη (του “Τέλια”), τον “Αρχιδάκια” (Δημ. Ντόριζα) και τον Αντώνη τον αδερφό του, πότε θα ΄ρθουν απ’ το Βγιόνι, τ΄  Χουνουβίνα, τον Κατσά, πάππου προς πάππου τσοπάνηδες, να μας τα φέρουν.

Την παραμονή οι αυλές των σπιτιών έμοιαζαν με εργαστήρι. Αυτός που ‘χε δύναμη κι “έπιαναν” τα χέρια του αναλάμβανε να φτιάξει το σταυρό. Έπαιρνε τα δυο χοντρά καλάμια, που ’χαμε κόψει στην ακροποταμιά ή τα σύνορα των χωραφιών, και το ένα μακρύτερο απ’ τ’ άλλο έκανε το σκελετό του Λάζαρου. Στη συνέχεια τον ντύναμε με τις δυο μεγαλύτερες μαντήλες, δένοντάς τες στις άκρες κι εκεί πάνω κάποια κορίτσια με το βελόνι και την κλωστή “έπιαναν” τα “πράσινα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε” μαντηλάκια, φροντίζοντας να μη αφήνουν κενό και να ’ναι καλοζυγιασμένα ώστε να μη γέρνει μονόμπαντα. Χρειαζόταν λίγη υπομονή!

Στην κορυφή του σταυρού τα κορίτσια είχαν πλέξει σε κληματόβεργες όμορφα στεφάνια από άσπρα, κίτρινα κρίνα, ασπροκόκκινες βιολέτες και τριαντάφυλλα. Στις δυο άκρες φροντίζαμε να βάλουμε κι εκείνους τους πιο μεγάλους που ΄ναι σαν χωνιά. Θέλαμε να τον κάνουμε όμορφο και πλούσια ντυμένο κι όχι αναιμικό, ώστε να καμαρώνουμε σαν “γύφτικα σκεπάρνια”, όταν θα μας έλεγαν ότι είχαμε τον καλύτερο.

 Και σαν τέλειωναν όλα αυτά, τον τραγουδούσαμε δυο-τρεις φορές, και πέφταμε ξεροί στο στρώμα για ύπνο, χωρίς να μπορούμε ούτε όνειρα να δούμε από την κούραση…

Και το ξημέρωμα, σαν τον ποιητή που  “απ’ το χάραμα επήρε του Ήλιου τον δρόμο, κρεμώντας τη λύρα τη δίκαιη στον ώμο…” για να υμνήσει το Μεσολόγγι, έτσι κι εμείς με τα κύπρια, ξυπνούσαμε τις γειτονιές και τους μαχαλάδες, απ’ τ’ Αλωνάκι και τις Λάκκες, μέχρι το Βελούχι και την Κούλια της κυρα-Βασιλικής, το ποτάμι και την αγια-Παρασκευή, και μ΄ όλο το παιδομάνι, στεκόμασταν έξω απ΄ τις πόρτες των σπιτιών, των φούρνων, των μπακάλικων και των τσαγκάρικων, κουνώντας τον Λάζαρό μας για να τρέμει, μόνο που τούτος δεν κατέβηκε στον Άδη σαν τον πραγματικό, λέγαμε το τραγούδι του.

«… Εβγάτε σας παρακαλούμεν, για να σας διηγηθούμεν,

για να μάθετε τι ΄γίνη σήμερα στην Παλαιστίνη,

εις την πόλην Βηθανία Μάρθα κλαίει και Μαρία…

 Λάζαρον τον αδερφό τους τον γλυκύ και καρδιακό τους…

 Τρεις ημέρες τον θρηνούσαν και τον εμοιρολογούσαν,

 την ημέραν την Τετάρτη κίνησε ο Χριστός για να ’ρθει…

“Δεύρο έξω, Λάζαρέ μου, φίλε και αγαπητέ μου…”

“Λάζαρε, πες μας, τι είδες εις τον Άδη που επήγες;”

 “Είδα φόβους, είδα τρόμους, είδα βάσανα και πόνους,

 δώστε μου λίγο νεράκι να ξεπλύνω το φαρμάκι

της καρδιάς μου, των χειλέων και μη με ρωτάτε πλέον.”…»

Δεν υπήρχε νοικοκυρά ή μοναχική γερόντισσα που να μη δώσει τη δραχμούλα κι όσες τις στερούνταν μας έδιναν με την καρδιά τους ένα-δύο ζευγάρια αυγά, που το μικρότερο παιδί της παρέας τα ΄βαζε στο στολισμένο καλαθάκι.

Ακόμα κι ο βαρκάρης της περαταριάς, ο καλός μας ¨Δεμέστιχας¨ (Δημ. Τρούπος), μας περνούσε «αδαπάνως», απέναντι, όπου οι Νιχωρίτες περίμεναν πώς και πώς να κάνουν χάζι με τα κατοχιανά κύπρια. Οι δικοί τους «Λάζαροι» ήταν όμορφοι μεν, αλλά πολλοί απλοί. Ένα στρογγυλό ολόλευκο πάνινο στεφάνι με λίγα λουλούδια κι ένα μικρό κουδουνάκι. Εμείς δε, οι «αγροίκοι» ξηρομερίτες τους ειρωνευόμαστε, γιατί φάνταζε στα μάτια μας σαν εκείνο το μακρύ  φτυάρι που ’χουν οι φουρναραίοι για να ρίχνουν τα καρβέλια και τους νταβάδες!

Με τον κατοχιανό όμως; Ο τόπος έτρεμε απ’ τον δυνατό ήχο των κουδουνιών. Οι αμέτρητες καλιακούδες, τα χελιδόνια, τα κιρκινέζια δεν εύρισκαν τόπο να καθίσουν κι “αλαφιασμένα αψήλωναν” στον ουρανό για να διαμηνύσουν την ανάσταση, την ελπίδα ότι η ζωή δεν μπορεί να νικηθεί απ’ το κακό…

Αυτά είχα να σας πω, αγαπητοί φίλοι, της “δικής μου Κατοχής” και πείτε μου τώρα. Ποιος μπορούσε να λείψει απ’ αυτό το θάμα;

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ», λοιπόν.

από τη γειτονιά των Γαρμπαίων: με το Λάζαρο ο Δημ Καρούσος (τ΄Δήμαρχ') κι απ' αριστερά: Νίκος τ' "Σπάτσα" (Πιστόγιας), Γιάννης τ΄"Χασουμέρ", Λάμπρος Κατσάνος, καθιστός Δημ. Γαρμπής τ΄"Χασουμέρ" κλπ (Νεοχώρι, 25 Απριλίου 1959)

όταν μετοίκησα στο Νιοχώρι μού τραγούδησαν: Γιώργος Ελ. Ρόμπολας, τ΄"Κιάσα", Περικλής Σπ. Ρόμπολας, Γερ. Μιχ. Ρόμπολας τ΄"Κιάσα", Πάνος Δημ. Κογκόλης, Βαγγέλης Γαλανός, τ' "Χήνα" και Φώτης Ν. Ντάνος (1983)

Παντελής Σπ. Στράτος και Σταύρος Διον. Στράτος ( Κατοχή, 1995)

Τα κύπρια του μπάρμπα-Μάκου Ζυγιώτη - "τ΄Ρέμπελ"

η οικογένεια του Βαγγέλη Φραγκαναστάση (τ' Καφούλια) στο "ματάκι" τ΄ αι-Σωτήρα


Η ασβεσταριά στ΄αγιο-Πνέυμα (1954)

τ΄αγιονέρι στο κονταύλακο

Καλή πρωτομαγιά

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω

Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032