Η δική μου Κατοχή: Αναμνήσεις ενός πρόσφυγα
Τον συνάντησα τον Δεκέμβρη του 1982 στην αυλή τού φτωχικού του, να μπαλώνει τα δίχτυα των ψαράδων του Πεταλά, έχοντας συντροφιά την Ίρμα, το σκυλάκι του.
Είχαν ήδη κυλίσει εξήντα χρόνια από τότε που οι Έλληνες της Μικράς Ασίας ξεριζώθηκαν βίαια απ΄τις προγονικές εστίες στους, για να βρουν τόπο καταφυγής στη μάνα Ελλάδα.
— Πονάς για κείνα τα μέρη;
— Τι λες μωρέ, κι αν πονάω! Μέρα νύχτα δεν βγαίνουν απ΄ το νου μου!
— Ήθελες να πας; (Κουνά το κεφάλι σκεφτικός)
— Και να πάω και να μην πάω, τι να κάμω; Τώρα όλα άλλαξαν.
Ποιος όμως είναι αυτός που τόσο λαχταρά την επιστροφή στη «χαμένη πατρίδα»;
Δεν είναι άγνωστος, ούτε ξένος. Ζει ανάμεσά μας. Μια ολόκληρη ζωή πέρασε εδώ, που τον έδεσε με δεσμούς συγγενικούς και φιλικούς με το χωριό μας. Μπάρμπα- Κώστα πρόσφυγα τον λένε. Εβδομήντα έξι χρόνια βασανισμένης ζωής τού άσπρισαν τα μαλλιά, του΄σκαψαν την όψη, όμως δεν τον λύγισαν. Ζει και θυμάται. Θυμάται πρόσφατα γεγονότα της ζωής του, περιστατικά κι ανθρώπους που πέρασαν. Μα πιο πολύ θυμάται τα παιδικά του χρόνια, που βάζουν την ανεξίτηλη σφραγίδα στη ζωή του καθενός.
Ας τον παρακολουθήσουμε κι εμείς στις αναμνήσεις του…
Κάποιο πρωινό του 1907 ένα ανυποψίαστο μωρό συμπληρώνει τον αριθμό μιας πολυμελούς οικογένειας —9 άτομα— 5 αγόρια και 2 κορίτσια. Δημήτριος, Θεόδωρος, Φώτιος, Κωνσταντίνος, Αβραάμ, Ελισάβετ και Γεσθημανή Χαριτωνίδη. Ευτυχισμένο μπουκέτο παιδιών που το προστάτευε η τρυφερή αγκαλιά της μάνας κι ο ίσκιος του πατέρα.
Πλούσιο κεφαλοχώρι το Τενεζλί. Περιβόλια ολόδροσα, αμπέλια, καστανιές το έζωναν. Εύφορο μέρος. Οι χωριανοί —Έλληνες και Τούρκοι— ζούσαν καλά. Δούλευαν μαζί , έτρωγαν μαζί και πάλι μαζί χαίρονταν στα πανηγύρια τους. Δίπλα από το μιναρέ του τούρκικου τζαμιού, υψωνόταν το καμπαναριό της εκκλησιάς. Στο ελληνικό σχολείο τα ελληνόπουλα, στο τούρκικο τα τουρκάκια. Μα το απόγευμα όλα μαζί ξεσήκωναν τις γειτονιές απ΄ τα παιχνίδια, τις φωνές και τα μαλώματα. Θυμάται! τον Μουσταφά, τον Χασάν, τον Μπεκίρ, τον Αλή, τον Ισμαήλ! Άραγε, τι απόγιναν οι παιδικοί φίλοι;
Ως την τετάρτη του δημοτικού πήγε…
Και ξαφνικά μια βραδιά του 1918, που τα ανύποπτα παιδικά μάτια έκλεισαν βιαστικά από τον κόπο του παιχνιδιού, ήρθε η καταστροφή.
Αγουροξυπνημένα, κάτω από την τρομαγμένη ματιά των γονιών που κοίταζαν να τα προφυλάξουν, βρέθηκαν σ’ ένα κάμπο. Κρύωναν, ήθελαν να κοιμηθούν. Ποιος τα ρωτούσε; Ό,τι πρόφτασαν οι μεγάλοι να πάρουν στο βιαστικό τους φευγιό ήταν αδύνατο να τους εξυπηρετήσει. Χρήματα είχαν πολλοί κρυμμένα σε καρβέλια ψωμί και σε γουργούρες (πήλινο δοχείο νερού- ο μπότης). Όμως οι Τούρκοι τ’ άνοιγαν ή τις έσπαζαν και τα ΄παιρναν.
— Εδώ τα φτιάξατε, δικά μας είναι. (Σαν να μην ήταν φτιαγμένα από το δικό τους τίμιο ιδρώτα!)
Μετά την πρώτη άγρια νύχτα άρχισε το μαρτύριο. Πορεία ατέλειωτη, κουραστική. Ελδίρ! μικρή ανάπαυλα δίπλα στα γαλανά νερά μιας λίμνης. Νέος ξεσηκωμός. Με μαούνες απέναντι, στο Κάραγατς. Τη βασανισμένη ανθρώπινη αλυσίδα, που την έφτιαχναν όλοι οι χωριανοί, την σπάζουν «οι Τσέτες» (Τούρκοι άτακτοι στρατιώτες). Μεγάλο κακό, χαλασμός. Χάθηκε ο πατέρας! Κι απόμειναν εφτά μικρά πουλιά στην αγκαλιά της απαρηγόρητης μάνας. Λαχτάρα της μεγάλη τι θ’ απογίνουν! Πάλι πορεία. Δεν φτάνουν όλα τούτα τα κακά τούς πλάκωσε κι ο χιονιάς που κάνει την πορεία τους μαρτυρική. Κουκούλωμα με κουβέρτες για να μην ξεπαγιάσουν. Κάποτε έφτασαν στο Έρεγλιν. Καταλύματα για ξεκούραση οι εκκλησιές. Ο ένας πάνω στον άλλον. Προσπαθούν με τα χνώτα τους να δώσουν κάποια ζεστασιά. Ύπνος δεν τους κολλάει. Και την άλλη μέρα πάλι πορεία.
Δεν άντεξε η καρδιά της μάνας το μαρτύριο. Μπροστά στα μεγαλωμένα από τον τρόμο μάτια τους σωριάστηκε νεκρή. Έμειναν μόνα τους. Κι εκεί η θύελλα τα ξεχώρισε, τα ’διωξε απ’ τη ζεστή φωλιά τους, χωρίς φτερούγες και δύναμη.
Σαν ακρίδες έπεφταν επάνω στους πρόσφυγες οι Τσέτες, κι άρπαζαν όχι μόνο πράγματα μα κι ανθρώπους. Βασάνιζαν παπάδες, ξυλοκοπούσαν γέροντες, βίαζαν κορίτσια. Τους άνδρες από 18 έως 40 χρόνων τους έπαιρναν για σκλάβους. Ένα–ένα από τ’ αδέρφια του χάνονταν. Ένας στο Ζετζίρ, οι άλλοι παρακάτω… Κι απόμεινε μόνος του με μια αδερφή του ως την Καισάρεια. Κι εκεί ήρθε ένας Τούρκος αξιωματικός και την πήρε κι αυτή για υπηρέτρια.
Εδώ σταματάει να θυμάται. Κάποιο δάκρυ κυλάει αργά στο οργωμένο από τον πόνο πρόσωπο και αναρωτιέται: «Άραγε ζει;… Πάει κι αυτή, την έχασα…»
Κατατρεγμένα τα ελληνόπουλα στην Καισάρεια βρήκαν απάγγειο σ’ ένα ορφανοτροφείο που ΄χαν οι Αμερικάνοι για παιδιά, από τότε που ΄γινε η μεγάλη σφαγή των Αρμενίων. Χιλιάδες παιδιά έρημα. Μέσα στο πλήθος συναντήθηκε μια μέρα με τον αδερφό του, τον Αβραάμ. Χαρές μα και κλάματα συντρόφευαν το αγκάλιασμά τους.
Έμειναν στην Καισάρεια ως το 1922. Τότε οι Αμερικανοί με τις οικογένειές τους έφευγαν. Μερικοί ανακατεύτηκαν κρυφά μ’ αυτούς κι έφτασαν στην Αμερική. Σε 5–6 ημέρες ήρθε διαταγή να φύγουν. Ξανά πορεία. Ταρσό–Αράπ Χανί–Μερσίντα. Χάνει ξανά τον αδερφό του και απομένει πάλι κατάμονος. Η Μερσίντα είναι λιμάνι. Εκεί στοιβάζονταν οι πρόσφυγες για να βρουν μέσο να φύγουν. Κάποια μέρα ήρθαν τρία πλοία —ένα πολεμικό και δυο επιβατηγά. Φόρτωσαν κόσμο και ξεκίνησαν για τον Πειραιά. Σ’ ένα απ’ αυτά βρέθηκε κι ο μπάρμπα–Κώστας.
Ταξίδι δραματικό. Η φουρτούνα και οι ταλαιπωρίες έγιναν αιτίες που πολλοί πέθαιναν. Τους πέταγαν στη θάλασσα. Μέρες ολόκληρες κράτησε. Κάποτε άραξαν στον Πειραιά. Νόμισαν πως επί τέλους τέλειωσαν τα βάσανά τους. Όμως ο Πειραιάς ήταν γεμάτος πρόσφυγες. Χώρος πουθενά και γι’ άλλους. Μένουν μέσα στο καράβι δυο μέρες και μετά πλώρη για τη Ζάκυνθο.
Η πρώτη νύχτα περνά σε μια παγωμένη αποθήκη. Έπειτα έρχεται η απογραφή, και τ’ άλλα. Μετά από λίγες μέρες άρχισαν οι Ζακυνθινοί να έρχονται και να ζητούν εργάτες για δουλειά. Μέρα με τη μέρα άδειαζε η αποθήκη.
Ο μπάρμπα–Κώστας ο πρόσφυγας, πήγε στον Ιάκωβο Σπαθάρο από τα Πηγαδάκια. Δούλευε, ίδρωνε, ασήμωνε τις πλαγιές μ΄ελιές, προσπαθούσε να φτιάξει μια καινούργια ζωή. Όμως συχνά-πυκνά τον τάραζαν οι αναμνήσεις. Οι τσέτες, οι σκοτωμένοι άνδρες, οι σφαγμένες γυναίκες, η χαμένη ευτυχία του πατρικού του σπιτιού. Μόνος κι έρημος, προσπαθώντας κάτι να κάνει, ακούει εκείνο τον καιρό ότι στη Ρούμελη έχει ψωμί. (Τότε πολλοί επτανήσιοι έπλεαν στη θάλασσα του Ιονίου με τα καΐκια, έφταναν στην μπούκα του Αχελώου και του Διονιού τ΄αραξοβόλι και σκορπούσαν για δουλειά- τσαπί, κλάδεμα, θέρο, τρύγο- στα καμποχώρια της Παραχελωίτιδας). Ένα απ’ αυτά τον έφερε εδώ και ρίζωσε από τότε κι έγινε ένας από μας ο μπάρμπα–Κώστας. Έγινε Κατοχιανός. Σύντροφος της ζωής του η Κατερίνα Δρακονταειδή.
Μέσα όμως στην ψυχή του ξεσηκωνόταν συχνά θύελλα τα ερωτηματικά: «Άραγε, να ζει κάποιος από τους δικούς μου;» Και τα ερωτηματικά αυτά έγιναν μια αναζήτηση στον Ερυθρό Σταυρό και τίποτε άλλο.
Τη μοναξιά του, την ερημιά του άρχισε να τη γλυκαίνει μ’ ένα βιολί κι ένα μπουζούκι που ΄φτιαξαν τα χέρια του. Μ’ αυτά ξεσπούσε τον πόνο της ψυχής του. Μ’ αυτά έδιωχνε τη λύπη και την απογοήτευση. Και σιγά–σιγά ο χρόνος μαλάκωσε τον πόνο, κατάπαυσε την τρικυμισμένη ψυχή του. Κι ύστερα από εξήντα χρόνια θυμάται και μόνο ένα δάκρυ κυλά από τα μάτια του σαν σφραγίδα των όσων διηγιέται…




