Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η δική μου Κατοχή: "Με τη Φιορίνα και τον Λέμπεντεφ στη Φανερωμένη Παναγιά"

Κολλημένο σαν γραμματόσημο στην είσοδο της μεγάλης σπηλιάς, στην ανατολική πλαγιά της Καλχίτσας, στέκει από παλιούς λησμονημένους χρόνους το εκκλησάκι της Παναγίας της Φανερωμένης και σκέπει με τη χάρη της από κει ψηλά τους ξωμάχους του βάλτου, τους ψαράδες του Πεταλά, τον κόσμο όλο.

Πάνω και κάτω και ολόγυρα κάθετοι βράχοι, κοκκινωποί, κομμένοι θαρρείς με το μαχαίρι, εναλλάσσονται με αμέτρητες αγραπιδιές, σκίνα, κουτσουπιές πολυβασανισμένες απ΄ το πείσμα του ανέμου και γέρικες αγριλιές ,που χαρίζουν τον ίσκιο τους στα κατσικοπρόβατα των βλάχων.

Όλο το χρόνο μένει έρημο και ασυντρόφευτο. Παπάς δεν έρχεται να λειτουργήσει ούτε Δεσπότης να δοξολογήσει. Το θυμούνται μονάχα τη δεύτερη μέρα της Πεντηκοστής και περιμένει την άλλη χρονιά πάλι. Πάει καιρός που πέθανε κι ο τελευταίος καλόγερος. Σώζεται το μνήμα του μ’ ένα μαρμάρινο σταυρό και τ’ όνομα “ΜΟΝΑΧΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ”.

Όμως, σαν ο δρόμος σε φέρει ως εδώ, θα θελήσεις ίσως να περάσεις το κατώφλι του, ν’ ανάψεις το κεράκι σου και κάτω απ’ το φως του καντηλιού, που καίει μπροστά στην εικόνα της, να ζητήσεις την παρηγοριά από τις πικρές και τα βάσανα της ζωής.

Εδώ μέσα στα σπλάχνα της γης βρέθηκε η εικόνα της.

« Ήταν, λένε, πριν διακόσια τόσα χρόνια, όταν ένας καλόγερος από το μοναστήρι της Λεσινιώτισσας έβλεπε κάθε βράδυ ένα μικρό φως να φέγγει στο απέναντι βουνό της Καλχίτσας.

Διέσχισε με το μονόξυλό του τον απέραντο βάλτο και ύστερα από πολλές προσπάθειες κατόρθωσε να φτάσει ως εκεί, όπου σε μια απόκρημνη σπηλιά είδε την εικόνα της Παναγίας χωρίς τον Χριστό. Την πήρε και την έφερε στο μοναστήρι. Την άλλη μέρα η εικόνα έλειπε. Γύρισε εκεί που φανερώθηκε. Αυτό έγινε δύο-τρεις φορές μέχρις ότου κατάλαβαν οι μοναχοί, πως η Παναγία δεν ήθελε ν΄αφήσει τη σπηλιά κι έτσι έχτισαν την εκκλησία της.»

Άλλοι πάλι θέλουν «να βρίσκει το’ κόνισμα ένα βλαχόπουλο που ζούσε με την οικογένειά του στο βάλτο κι απ’ την καλύβα του έβλεπε ένα φως μέσα στη σπηλιά...»

Το σπήλαιο είναι αρκετά ευρύχωρο και σκοτεινό. Εισχωρεί βαθιά στην καρδιά του βράχου κι όταν το μάτι σου συνηθίσει το σκοτάδι, αρχίζεις να διακρίνεις κι άλλες μικρότερες σπηλιές και διαδρόμους, που σου δημιουργούν την αίσθηση της συνέχειας και πέρα απ’ αυτό. Στην απόλυτη σιωπή ακούς μονάχα την ανάσα σου.

Στο βάθος η εικόνα της «Μαυρομάτας» με τα μεγάλα γλυκά της μάτια. Όχι η πρωτότυπη. Αυτή την έκλεψαν και βρίσκεται σήμερα σε κάποιο σαλόνι της Ελβετίας, όπως πήραν και το παλιό της σήμαντρο.

Δίπλα της, απ΄το θόλο του βράχου που μοιάζει με γυναικεία στήθη, σταλάζουν χειμώνα-καλοκαίρι αργά-αργά οι σταγόνες, τις οποίες μαζεύουν οι πιστοί σ΄ένα δοχείο σκεπασμένο με σήτα και το’ χουν σαν αγίασμα και γιατρικό.

Οι πρώτοι μοναχοί σκάλισαν με τη σμίλη το θυσιαστήριο (Αγία Τράπεζα), αριστερά την κόγχη της Προσκομιδής με ξεθωριασμένη σήμερα στον τοίχο την «άκρα ταπείνωση» - το Χριστό με δεμένα τα πληγωμένα απ’ τα καρφιά χέρια του – έργο ανώνυμου ζωγράφου, και στο τέμπλο, το σκαλισμένο σε ξύλο βελανιδιάς, τις εικόνες του Δεσπότη Χριστού, της Θεοτόκου και του Προδρόμου.

Στην πρόσοψη, ψηλά πάνω από τη σιδερένια πόρτα, ο επισκέπτης μπορεί να διαβάσει: “1859” και κάτω απ’ το σταυρό της εντοιχισμένης πέτρας «ΑΝΑΚΟΔΟΜΗΘΗ 1905 ΦΒΡΟΥ».

Την είπαν και Παναγιά του βάλτου, γιατί σε χρόνους όχι πολύ μακρινούς, όλος αυτός ο κάμπος που απλώνεται σήμερα στα προσπόδια της και τον κορνιζάρουν τα χαμηλοβούνια της Κατοχής, του Κατσά, της Κολχίτσας, πλημμύριζε από τα νερά που ανάβλυζαν από υπόγειες φλέβες του Αχελώου και μυστικές σχιμάδες των βουνών ή κατέβαιναν απ’ τις κοιλολαγκαδιές της Παλιομάννινας και της Χρυσοβίτσας, και μέσα από βαθιές ρυσίδες (νεροσυρμές) τραβούσαν προς το πέλαγος. Αρμυρίκια, βουρλιές, φτελιές, καλαμιώνες και πλατύφυλλες λαπατιές τρέφονταν από το λιπαρό του βούλκο. Πλήθος πουλιών – αγριόπαπιες, αγριόχηνες, τσικνιάδες, φαλαρίδες, κύκνοι – νερόφιδα και βατράχια έβρισκαν εκεί τόπο καταφυγής και ενδιαίτημα.

Ώσπου μερικά χρόνια πριν τον πόλεμο (1940) ήρθε η Εταιρεία. Άνθρωποι και μηχανήματα ρίχτηκαν στην μάχη με το υγρό στοιχείο. Σχεδίασαν, άνοιξαν αύλακες και διώρυγες σήκωσαν αναχώματα, έφτιαξαν αντλιοστάσια.

Σε σύντομο χρόνο στήθηκε η μικρή πολιτεία του βάλτου στο αντέρισμα του βουνού ως κάτω στη θάλασσα. Γραφικά πέτρινα σπιτάκια και γραφεία για τους διευθυντές και υπαλλήλους, ξύλινα για τον εγρατόκοσμο, μηχανουργεία, εκκοκκιστήρια και μεγάλες αποθήκες για τη σοδειά, μέχρι και σιδηροτροχιά για την εύκολη μεταφορά των προϊόντων. Τοπογράφοι-μηχανικοί, γεωπόνοι, τεχνίτες, χειριστές ερπυστριοφόρων και φορτηγών αυτοκινήτων, φύλακες, μεταφορείς και μαγείρισσες, όλοι άνθρωποι του μεροκάματου, δούλεψαν σε διπλές βάρδιες για να πετύχουν την αποξήρανσή του. Έτσι με ιδρώτα και κόπο και πόνο πολύ έγινε αυτός ο απέραντος κάμπος που χαιρόμαστε σήμερα, με χώμα αφράτο σαν γυναικεία σάρκα και καρπερό. Στο λιμανάκι του οικισμού περίμεναν στη ράδα (αγκυροβόλιο) για να φορτώσουν σιτάρι, καλαμπόκι, βαμβάκι, λινάρι και αρωματικά μποστανικά με τη σφραγίδα «καρπούζια Λεσινίου» με προορισμό την Πάτρα, την Πρέβεζα, τον Πειραιά και τα Επτάνησα.

Κατοχιανοί, Παλιοκατνιώτες (σ. Λεσινιώτες), Ποδολοβιτσάνοι (Πενταλοφιώτες), Χρυσοβιτσάνοι, Αστακιώτες, «έφαγαν ψωμί» απ’ το βάλτο, σπούδασαν παιδιά, ξεπλήρωσαν χρέη, προίκισαν θυγατέρες.

- Πάμε στο βάλτο, ακούγαμε τους παλιότερους να λένε.

Ένας από κείνους που δούλεψε  σκληρά για να γίνει το θαυμαστό έργο της αποξήρανσης ήταν κι ένας ξένος, ο Δημήτρης Λέμπεντεφ. «Ρώσο» τον αποκαλούσαν πολλοί. Αυτός κουβαλούσε μαζί του τη γεμάτη με πόνο δική του ιστορία.

Στη Ρωσία είχε ξεσπάσει η Οκτωβριανή επανάσταση (1917) κι ένας σκληρός εμφύλιος είχε ήδη αρχίσει. Η πρωτεύουσα, η Αγία Πετρούπολη, τυλιγόταν στις φλόγες κι όλα γύρω γίνονταν συντρίμμια. Άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, του στρατού, της αστικής τάξης γενικά έφευγαν και σκορπούσαν στα τέσσερα σημεία της γης Βερολίνο, Παρίσι, Πράγα, Νέα Υόρκη. Ο πατέρας του, Συνταγματάρχης-Μηχανικός του ρωσικού στρατού και τεχνικός σύμβουλος του τελευταίου Τσάρου Νικόλαου Β’ μία παγωμένη βραδιά πήρε την οικογένειά του και ό,τι άλλο μπορούσε να φέρει ή να κρύψει και κάτω από χαοτικές, επικίνδυνες συνθήκες κατέβηκαν στο λιμάνι της Σεβαστούπολης της Κριμαίας και από κει με το καΐκι στην Κωνσταντινούπολη για να φτάσουν κάποτε στην Αθήνα, με την ελπίδα ότι σύντομα θα γύριζαν στην πατρίδα. Ελπίδα που σιγά-σιγά έσβησε οριστικά. Ο Αλέξανδρος Λέμπεντεφ, έτσι έλεγαν τον πατέρα, κράτησε μόνο τις αναμνήσεις και σαν φυλακτό, τον ασημένιο σταυρό που του’ δώσε, λίγο πριν φύγει, ο ηγούμενος του μοναστηριού κοντά στο ποτάμι.

Το ίδιο και για τον δεκάχρονο Δημήτρη. Ο γυρισμός έγινε όνειρο μακρινό, κλειδωμένο στην ξύλινη βαλίτσα που’ χε πάρει ο πατέρας μαζί τους.

Στην Αθήνα τελείωσε το σχολείο, το Πολυτεχνείο ως τοπογράφος-μηχανικός και κάμποσο καιρό δούλεψε στον ΗΣΑΠ (Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος Αθηνών-Πειραιώς). Εκεί κάπου σε μια γειτονιά η Φιορίνα τον τύλιξε στα δίχτυα του έρωτά της και τον παντρεύτηκε. Μεγαλέμπορος ο πατέρας της απ’ την Ιταλία, με αποθήκες στο Κάιρο, στη Σμύρνη της Μ. Ασίας, ήρθε στην Αθήνα μετά την καταστροφή της.

Συνεννοούνταν μεταξύ τους στα γαλλικά (πριν την επανάσταση η αριστοκρατική κοινωνία της Ρωσίας μιλούσε τη γαλλική, ενώ οι χωρικοί την απλή μητρική τους γλώσσα). Άφησαν τη γαλλική, όταν τα παιδιά τους, ο Αλέξανδρος και ο Γιώργος έφτασαν στο Γυμνάσιο. Κάποιες φορές πάνω στο θυμό του ο πατέρας το γύριζε πάλι στα σπαστά, «τσακιστά» γαλλικά του κι αυτά γελούσαν. Τους ένωσε δυνατή αγάπη και έτσι πορεύτηκαν ως το τέλος της ζωής τους.

Όταν άρχισαν τα έργα της αποξήρανσης του βάλτου κατέβηκε στα μέρη μας πρώτα ως τοπογράφος κι έπειτα ως διευθυντής για πολλά χρόνια. Στο χωριό μας δέθηκε με φιλικούς και συγγενικούς δεσμούς. Έγινε κι αυτός ένας από μάς.

Σοβαρός, άδολος στην καρδιά ο λεβεντόκορμος ξανθομάλλης «ρώσος», έγινε φίλος με τους ανθρώπους του μόχθου.

Στα λιοπύρια, στη δυνατή μυρωδιά του βάλτου, στο χώμα που σου’ πνίγε τα σωθικά στάθηκε δίπλα στον εργάτη. Στις τοπογραφήσεις του είχε βοηθό τον δικό μας «Τζώρτζη». Κάποια μέρα δε, που σχεδίαζε τα υψομετρικά του κτήματος Λεσινίου, ο «Τζώρτζης» κρατούσε την σταδία (το ψηλό αριθμημένο κοντάρι). Ο Λέμπεντεφ δεν μπορούσε να εστιάσει ακριβώς το μηχάνημα, γιατί αυτή κουνιόταν πέρα-δώθε σαν καλάμι.

- Μην κουνιέσαι, Τζώρτζηηη.

- Δεν κουνιέμαι, κύριε Διευθυντά, τσιγάρο στρίβω…

Άλλη φορά πάλι όταν ο Γιώργος ο Πλαστήρας (παιδί του μπαρμπα-Γεράσιμου) ζόριζε το μεγάλο ερπυστριοφόρο στο ξερίζωμα χοντρών δέντρων του’ λεγε με ευγένεια:

- Βρε, Γιώργο, δεν λυπάσαι, πονάει κι αυτό…

Συνήθιζε ο κύριος Λέμπεντεφ πριν αρχίσει η σπορά των χωραφιών ή ο θερισμός να καλεί τον ιερέα ν’ αγιάσει ανθρώπους και μηχανές ή να κάνει την ευχαριστήρια λειτουργία στη Φανερωμένη. Πιστός χριστιανός ο ίδιος όσο και η Φιορίνα, δεν ήταν λίγες οι φορές που βοηθούσε στο μικρό ξωκκλήσι ν’ ανοιχτούν δρόμοι, να χτίσουν ξερολιθιές, να το στερεώσουν και ό,τι άλλο είχε χρεία.

Έτσι έγινε κι εκείνο το καλοκαίρι του 1953.

Ξημέρωνε και το φεγγάρι χλωμό έγερνε προς τη δύση του, όταν έφτανε στο χωριό το αυτοκίνητο, ένα σκουροπράσινο LAND-ROVER, με τα διακριτικά: «Γεωργική Εταιρεία Λεσινίου (ΓΕΛ)» και οδηγό τον γαλανομάτη Αποστόλη Ξεσφίγγη απ’ τη Σταμνά για να παραλάβει τον παπα-Νίκο Ρόμπολα, τον ιεροψάλτη «Τζώρτζη», τον καλό μας «Ακάκιο», τον καντηλανάφτη, εμένα ως βοηθό παπά και να μας φέρει μετά από μισή ώρα χωματόδρομο μέχρι τη γεφυρούλα  του αϊ-Δημητριώτικου ποταμιού, απ΄όπου η «Τιριτόμπα», το μικρό πλεούμενο που μετέφερε εργάτες και καθαρό νερό απ’ τις πηγές της Λάμπρας στο Βαλτί, θα μας κατέβαζε στο Φράξο για να πάρουμε το μονοπάτι προς το εκκλησάκι.

Το κομμάτι τούτο του βάλτου κρατούσε ακόμα τα σημάδια της παλιάς του δόξας. Πλατάνια θεόρατα και ευκαλύπτια, λεύκες ψηλές με την ασημένια φορεσιά τους και γέρικες ιτιές με τα κλαδιά τους σαν λυμένες πλεξούδες γυναικών που έφταναν μέχρι την επιφάνεια του νερού και ακόμα, βαθυπράσινοι κισσοί και αγριοκληματαριές, σκαρφαλωμένες στους φιδίσιους κορμούς των δέντρων. Βουβάλια, αγελάδες και συμπαθητικά γουρουνάκια, χορτασμένα πλέον, πλησίαζαν στις όχθες, χωρίς βιασύνη, να ξεδιψάσουν, ενώ απ’ τα φυλλώματα αμέτρητα πουλιά

- σπίνοι, γαρδέλια, τουρκοπούλες – χαιρέτιζαν με τις πολύτονες συναυλίες τους το ξημέρωμα.

Ο καπετάνιος, ένα λεπτόσαρκο ανθρωπάκι απ’ τον Αστακό, ο Καημενάκης (τ’ όνομα δεν το θυμάμαι) έσβησε τη μηχανή κι άφησε το καΐκι να κυλάει με τη δύναμη του νερού και μόνο, μη θέλοντας να χαλάσει εκείνη τη μαγεία της φύσης.

Ρόδισε το μικρό ξωκκλήσι, φωτίστηκαν οι κουφοσπηλιές και οι ρεματιές της Καλχίτσας κι απ’ το Βαλτί άλλα καΐκια, «ο άγιος Γεράσιμος», «άγιος Νικόλαος», «άγιος Παντελεήμων», «το Λεσίνι», «η Χελώνα», ανέβαιναν αντίθετα στο ρέμα με τους εργάτες και τους υπαλλήλους.

Απ’ τις κοντινές ραχούλες οι παραχειμάζοντες στο βάλτο βλάχοι των Αγράφων και των Τζουμέρκων – Γκατσαίοι, Τσιλιγιανναίοι, Μαργωναίοι – ντυμένοι στα καλά τους, κατηφόριζαν με τα γαϊδουράκια και τις φαμίλιες τους, έχοντας στα σακούλια τα πρόσφορα, δοχεία με λάδι, «νάμα» για τη μεταλαβιά και σε μικρά καλάθια εκείνα τα μυρίπνοα κρίνα του βάλτου για να στολίσουν την εικόνα της Παναγίας.

Είχαν παράδοση κάθε χρόνο να «σημαδεύουν» το καλύτερο αρνί, προσφορά ανήμερα της γιορτής της (Ζωοδόχου Πηγής) «Πρός θυσίαν αινέσεως….».

Θα’ ταν έξι η ώρα το πρωί όταν φτάσαμε!

Ο παπάς μπήκε με τη συνοδεία του στην εκκλησία, ψιθυρίζοντας προσευχές και παρακλήσεις, φόρεσε τα άμφιά του κι έβαλε το: «Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε…» για να αρχίσει ο όρθρος.

Απ’ το δεξιό ψαλτήρι η φωνή του «Τζώρτζη» ερχόταν ήρεμα με γλυκούς μουσικούς κυματισμούς που σ’ άφηναν ν’ ακούσεις ακόμα και το απαλό αεράκι που περνούσε μέσα απ’ τα πυκνά κλαδιά του γέρικου πουρναριού, ίσκιος και στήριγμα του ναΐσκου.

Οι προσκυνητές κατέφθαναν ολοένα, άναβαν το κεράκι τους κι έπαιρναν θέση στις λιγοστές ψάθινες καρέκλες, στα πεζούλια, στα βράχια της σπηλιάς.

Ο «Ακάκιος» πηγαινοερχόταν, πότε να σβήσει κάποιο κερί που είχε λιώσει, πότε να παραλάβει τα δώρα των πιστών – πρόσφορο, λάδι , «νάμα» - και πότε να χτυπήσει το σήμαντρο.

Όμως, όσο προχωρούσε η λειτουργία και άρχιζαν οι υπέροχοι αναστάσιμοι βυζαντινοί ύμνοι και τα τροπάρια, γινόταν όλο και πιο εύχαρις. Μερικές δε φορές ενθουσιαζόταν τόσο πολύ που φαινόταν σαν να έκανε χορευτικές κινήσεις, ανάλογες με το ρυθμό των ύμνων και των ψαλμών.

«Θυμίαμα εύοσμον» έβγαινε απ’ το θυμιατό του ιερέα και τύλιγε τις μορφές των αγίων λίγο πριν την ανάγνωση του ιερού ευαγγελίου, όταν στα σκαλοπάτια ανέβαινε ευθυτενής ο κ. Λέμπεντεφ με τη Φιορίνα και τους συνεργάτες του. Στην είσοδο του ναού τους υποδέχθηκε ο Ακάκιος και, έκθαμβος, φαίνεται από το κάλλος και την κομψότητα της ιταλίδας ανεφώνησε με ανοιχτή την αγκάλη:

 - « Που είσ’ι ματάκια μ’». Αυτή του χαμογέλασε και πήγε ευλαβικά ν’ ανάψει το κερί της.

Ο «Τζώρτζης» που είδε τα γενόμενα, μη θέλοντας να ταράξει την ησυχία των πιστών, των επανέφερε με λόγια της δικής του αυτοσχέδιας ψαλμωδίας: «Σύυυνελθε, Βααγγέεελη τήηηρησον την τάαααξιν…».

 Είχε μπει στον πειρασμό ο δυστυχής να ευφραίνεται που και που από το «νάμα» που ήταν στη σπηλιά με την ετικέτα «Μαυροδάφνη Πατρών».

Η λειτουργία πλησίαζε στο τέλος. Στο «Μετά φόβου Θεού…» προσέρχονταν οι ευσεβείς χριστιανοί να μεταλάβουν «σώμα και αίμα Χριστού». Κοινωνούσαν, έπαιρναν το αντίδωρο κι έβγαιναν έξω. Όταν κοινώνησε κι ο τελευταίος πιστός, ο παπα-Νίκος κατέβηκε το μικρό σκαλοπάτι και πηγαίνοντας προς τη Φιορίνα:

-«Μεταλαμβάνει η δούλη του Θεού, Φιορίνα, εις άφεσιν αμαρτιών…».

-Sono kattolica (Είμαι καθολική), είπε εκείνη.

-Το κρίμα δικό μου. Ο Χριστός και το ληστή συγχώρησε!!!, και την κοινώνησε.

Όταν τελείωσε η λειτουργία μαζεύτηκαν γύρω απ’ τα τραπέζια που’ χαν στηθεί κάτω απ’ τη μεγάλη κουτσουπιά, όπου οι γυναίκες της εταιρίας, με προεξέρχουσα κάποια κυρία Βασιλάκου απ’ τον Αστακό, είχαν ετοιμάσει τον καφέ με ποικιλία εδεσμάτων για τους καλεσμένους.

Ήμεροι άνθρωποι του Θεού, ρουφούσαν τον καφέ τους και συζητούσαν.

Απ’ τα πολλά που ακούστηκαν ήταν και τούτα:

Όταν ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος (28 Οκτωβρίου 1940), οι ελληνικές αρχές συνέλαβαν τη Φιορίνα για προληπτικούς λόγους. Την άφησαν ελεύθερη μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα (1941).

Στα χρόνια δε της κατοχής (1941-1944), επειδή οι Γερμανοί θεωρούσαν το βάλτο Λεσινίου καταφύγιο ανταρτών, αποφάσισαν να κάψουν το Βαλτί και να εκτελέσουν τους κατοίκους του. Με την πειθώ και τη δυναμική της παρέμβαση η Φιορίνα απέτρεψε το έγκλημα.

Όσο για τον κύριο Λέμπεντεφ; Όταν οι Γερμανοί, κάπου εκεί στον κονταύλακα που πάει απ’ το Βαλτί προς τον Τσέροντα, βούλιαξαν το ωραίο καΐκι «άγιος Παντελεήμων» που είχαν εξοπλίσει οι αντάρτες και όργωναν την θάλασσα του Ιονίου, πότε κουβαλώντας κλεμμένα όπλα απ’ τους ιταλογερμανούς της Κεφαλονιάς για να εφοδιάζουν τις αντιστασιακές ομάδες του Ξηρομέρου, πότε μεταφέροντας σιτάρι και καλαμπόκι απ’ το βάλτο στους πεινασμένους επτανήσιους, τον θεώρησαν ύποπτο ότι τους βοηθάει και αποφάσισαν να τον εκτελέσουν, όπως εκτέλεσαν και τους συλληφθέντες εννιά Έλληνες πατριώτες τού καϊκιού και τους έθαψαν στο βαλτότοπο κάπου εκεί στο εκκοκκιστήριο κοντά, στη μπούκα, όπου ένα μεταλλικός σταυρός μαρτυρεί τη θυσία τους.

Ο Λέμπεντεφ ζήτησε απ’ το Γερμανό αξιωματικό λίγο χρόνο να πάει ως το σπίτι για να πάρει όσα πολύτιμα έγγραφα της εταιρείας και να τους τα παραδώσει. Πήγε με τη συνοδεία δύο στρατιωτών. Εκείνη την ώρα ήρθε κατεπείγον σήμα να εγκαταλείψουν το Βαλτί.

Έτσι, ξεχάστηκε στο γραφείο ο κύριος διευθυντής να μαζεύει τους φακέλους του…

Λέτε να’ βαλε το χεράκι της η Φανερωμένη Παναγιά της Καλχίτσας…;

 

Υ.Γ 1.  Αγαπητέ μου Γιώργο Λέμπεντεφ, σ’ευχαριστώ θερμά για τις πληροφορίες και τις φωτογραφίες. Εκεί στην Κεντρική Ευρώπη που είσαι, να χαίρεσαι την οικογενειακή σου ευτυχία και να προσέχεις την κυρία Μάγδα του «Τζώρτζη» ,που μας την «απήγαγες εν μία νυκτί…».

 

Υ.Γ. 2. Ευχαριστώ πολύ και τον φίλο Αντώνη Καβαλιεράτο (παιδί του μπαρμπα-Στέφανου) για την πολύτιμη βοήθειά του.

 

Υ.Γ 3. Ο μπάρμπα-Βαγγέλης ο Μπακογιάννης («Τρουμπώνης») που αργότερα του δώσαμε και άλλο ένα παρατσούκλι ως «Ακάκιος», όταν κατηφόριζε για το φτωχικό του, αφού πρώτα είχε πιεί τα κρασάκια του «στα μαγαζιά» ,  όποια γυναίκα συναντούσε «καθ’ οδόν», χαρούμενος, με κόκκινα μαγουλάκια, την αγκάλιαζε και την ασπαζόταν με την προσφώνηση: «Που είσ’ι, ματάκια μ’…». Γι’ αυτό μερικές κατοχιανές άλλαζαν στενό, όταν τον έβλεπαν.

-Πάμε από ‘δω, θα μας φιλήσει ο Ακάκιος!

Η Φανερωμένη της Καλχίτσας (2026)

ο κάμπος του Λεσινίου (2026)

ο Αντώνης Καβαλιεράτος στο σπήλαιο ( 2026)

η άκρα ταπείνωση

ο Δημήτρης Λέμπεντεφ

η Φιορίνα

Στο θερισμό : Ο παπα-Νίκος με τα παιδιά του (1957) Από αρ. Γ Πλαστήρας, Στ Αλευράς, Κ Λοίζος, Περ Ρόμπολας, Απ Ξεσφίγγης, Δ. Λέμπεντεφ ,Θ Λουκάς Καθιστοί: Στ Καβαλιεράτος, Αντ Ράπτης, Μ Ράπτης κλπ

Ο "Τζώρτζης" με τον διευθυντή Λέμπεντεφ

Μεταφορά προϊόντων του βάλτου με τα καΐκια

Δεύτερη μέρα της Πεντηκοστής στη Φανερωμένη (2026)

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186

Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032