Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η δική μου Κατοχή, μέρος 4

3.   Μωρέ, καλός ο Καρέλος, αλλά αφού εμένα μ’ έκαψε;

Ο μπαρμπα-Μήτσος ο Καρέλος, έχοντας εμπειρία και ο ίδιος, πώς είναι να τα βγάζεις πέρα, όταν έχεις φαμίλια με πολλά παιδιά (6 είχε ο Τάσος) και μάλιστα σε εποχή που η πατρίδα μάζευε τα συντρίμμια της από ένα σκληρό αδελφοκτόνο πόλεμο (1945-1949), προσπαθούσε να τον συνετίσει, όμως «εις μάτην» Τα κακά χούγια δεν είναι εύκολο να κοπούν!

Όμως, το κακό είχε παραγίνει. Ο Τάσος έβαζε παντού βερεσέδια. Στον μπακάλη, στο φούρναρη, στο χασάπη, μόνο στην εκκλησία δεν είχε…

Ο αστυνόμος, επειδή γνώριζε «εξ ιδίων» το πάθος του χαρτοπαίκτη με τις καταστροφικές συνέπειες, ο οποίος σε λίγα και μόνο λεπτά της ώρας, μπορεί να τα πουλήσει όλα, θεώρησε καλό να τον κάνει τουλάχιστον να το περιορίσει. Κι ένας άλλος παραπάνω λόγος, να δείξει και στους άλλους καφετζήδες, που άρχισαν να διαμαρτύρονται, ότι δεν του χαρίζεται.

Και επειδή, «κακό χωριό τα λίγα σπίτια»,  «ευδόκησε» κάποια φορά να οδηγηθεί κι ο Τάσος στο «αυτόφωρο»!

 Ο Κάβουρας, ο μεσολογγίτης δικαστής, που τα μάτια του είχαν δει πολλά, είχε μπει βαθιά στην ψυχολογία του παίκτη και θεώρησε καλό να τον τιμωρήσει μ’ ένα μικρό χρηματικό ποσό, όμως αρκετά σεβαστό για τον καταχρεωμένο μπαρμπα-Τάσο. 

Στο καφενείο η ζωή συνεχιζόταν όπως και πριν. Ο Τάσος και μόνος του να ‘ταν, την τράπουλα δεν την άφηνε απ’ τα χέρια. Μια την χάιδευε από ‘δω, μια την γυρνούσε από κει, κοίταζε τις φιγούρες, τακτοποιούσε τα τραπουλόχαρτα ή τα άπλωνε στο μεγάλο τραπέζι, κάνοντας διάφορους συσχετισμούς και μαθηματικούς υπολογισμούς.

Σάμπως είχε κι άλλη ψυχαγωγία το γεροντάκι;

Οι πιστοί όμως της τράπουλας, θαμώνες του καφενείου και συμπαίκτες, μετά την τιμωρία του δικαστή του πετούσαν πού και πού:

- Τάσο, καλοοός ο Καρέλος...!

Εκείνος σιωπούσε. Και συνέχιζε να ψήνει τους καφέδες, να σερβίρει τα ποτά, να εξυπηρετεί τους πελάτες.

Μετά από λίγο: - Ε, Τάσο, καλός ο Καρέλος, έ; του λέει ο Φάντης (Θόδωρος Γκασούκας) και κατά την διάρκεια του παιχνιδιού, « καλοοός ο Καρέλος» ψιθύριζε ο Τάκης ο Σώκος (το παιδί της Σώκαινας, της δασκάλας).

« Καλός ο Καρέλος» ο ένας, «καλός ο Καρέλος» ο άλλος, δεν άντεξε και:

« Μωρέ! καλός ο Καρέλος, αλλά αφού εμένα μ’ έκαψε ; ...»

( Αν η υπόθεση του Τάσου έφτανε στον Άρειο Πάγο, είμαι σίγουρος ότι ο γιος του μπαρμπα-Μήτσου, ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος, θα τον αθώωνε «παμψηφεί» και « εις το διηνεκές!».

 Γειά σου, Λάμπρο. Κερνάμε καφέ στον πλάτανο).

4. Ο Τάσος και οι χρυσές λίρες

Εκείνο το βράδυ το κρύο ήταν πολύ δυνατό. Οι Κατοχιανοί είχαν τρυπώσει από νωρίς στα σπίτια τους. Ψυχή δεν αντάμωνες στο δρόμο. Ακόμα κι ο μπαρμπα-Βαγγέλης ο Τρουμπώνης (Μπακογιάννης), ο νεωκόρος της εκκλησίας, δεν ξεμύτησε απ' το φτωχικό του να ανηφορίσει προς τα κει, για ν' ανάψει το καντηλάκι του αγίου του.

Ο Τάσος κοντά στην ξυλόσομπα έριχνε μια τελευταία ματιά στον Τσακιτζή του. Ήταν μεγάλες οι ώρες, και μόνο το θρηνητικό τραγούδι της κουκουβάγιας που έβγαινε μεσ’ απ' τα χαλάσματα του κάστρου, χαλούσε την ησυχία της βραδιάς.

Αίφνης, από το μέρος της "κούλιας", τρεις ανθρώπινες φιγούρες κατηφόριζαν προς την μικρή πλατεία και όσο σίμωναν προς την εκκλησιά η όψη τους αγρίευε. Ήταν αντάρτες. Ήρθαν στο χωριό απ' άλλο μέρος με «ειδική» αποστολή! Ντυμένοι στην ζεστή τους χλαίνη, το τουφέκι κρεμασμένο στο ώμο, τα φυσεκλίκια σταυρωτά στο στήθος, το δίκοχο στο κεφάλι και την πλούσια γενειάδα τους τραβούσαν προς το καφενείο, όπου η λάμπα φώτιζε ακόμα. 

-Άνοιξε, γέροντα!

-Καλώς, τα παιδιά. Κοπιάστε. 

-Τρία κονιάκ με τσάι του βουνού.

Κάθισαν γύρω απ' το μεγάλο τραπέζι, ο ένας από αυτούς έβγαλε από τη μεγάλη τσέπη δυο σακουλάκια με χρυσές λίρες και τις σκόρπισε πάνω. Άρχισαν να τις μετρούν και να τις ξεχωρίζουν κατά το έτος κοπής.

Σε λιγο, «άλλα τρία κονιάκ!»

Τα φέρε ο Τάσος και κάθισε δίπλα στη σόμπα κι άναψε το τελευταίο τσιγάρο.

Γέλια, φωνές δυνατές, αστεία, πειράγματα. Φαίνεται είχε πάει καλά η σοδειά!

«Φέρε μας όλη την μπουκάλα με το κονιάκ.»

Ο Τάσος που και που σήκωνε το κεφάλι και έβλεπε τις λίρες να χρυσίζουν στο λιγοστό φως της λάμπας. Η ώρα περνούσε και η ευθυμία των ανταρτών τραβούσε τα ύψη.

«Μωρέ, ετούτοι μέθυσαν για τα καλά!» συλλογίστηκε.

Πήρε, λοιπόν, το θάρρος, πλησιάζει και τους ρωτάει:

-Τι' ν΄αυτά, ωρέ, παιδιά;

-Λίρες, γέροντα, ολόχρυσες λίρες Αγγλίας!

-Να πάρω μερικές να τις δω καλύτερα; και πηγαίνει πίσω από τον πάγκο να τις εξετάσει.

Είδε τις παραστάσεις των βασιλιάδων με τις κορώνες και τα στέμματα, διάβασε τις χρονολογίες, τις ζύγισε στα χέρια του, και, ευκαιρία να κρύψει μερικές, τώρα που οι άλλοι έπιναν. Και τους επιστρέφει τις υπόλοιπες.

Όμως, οι αντάρτες πριν τις βάλουν και πάλι στη σακούλα για να φύγουν τις ξαναμετρούν και τις βρίσκουν λειψές. 

-Τάσο, τις λίρες. Λείπουν τρεις!!!

Ας έκανε κι αλλιώς ο καλός μας, ο μπαρμπα-Τάσος! και γυρνώντας και πάλι πίσω να τις φέρει, ψιθύρισε: «Αμ' εσείς, δεεεν είστε μεθυσμένοι!»

5. «Μι κιντίνιβις ζουντανός, μι πιδεύ’ς κι πιθαμένους...»

Ο Νώντας ο Καπώνης, αδελφός του αξέχαστου Τζώρτζη, ήταν από τους κλασικούς τύπους εμπόρων της εποχής. «Στο Βελούχι» διατηρούσε το μικρό του κατάστημα με όλα τα είδη από αλεύρι, ζάχαρη, λάδι, όσπρια, ζυμαρικά μέχρι υφάσματα, κάλτσες, εσώρουχα, νήματα και τα στρωτά πάνινα παπούτσια της «Ελβιέλα», τα sportex του σήμερα.

Ευφυέστατος επαγγελματίας, πάντα καλοχτενισμένος  με την χωρίστρα στο πλάι, το σιδερωμένο με ακριβή τσάκιση παντελόνι που κρεμόταν με δύο ελαστικές τιράντες από τους ώμους, ώστε να διευκολύνεται στις κινήσεις και την ορθή ομιλία, καθότι απόφοιτος του τότε Σχολαρχείου Νεοχωρίου, πρόθυμος στην εξυπηρέτηση των πελατών, τους οποίους διευκόλυνε συχνά στις συναλλαγές δανείζοντάς τους, χωρίς καμιά σκέψη περί τοκογλυφίας

Ο Τάσος είχε καθημερινά δοσοληψίες μαζί του. Πολυφαμελίτης με έξι παιδιά, τις περισσότερες φορές ψώνιζε "βερεσέ" και τα χρωστούμενα καταγράφονταν σ' ένα μικρό πολύπτυχο τετράδιο, «τεφτέρι» , όπως άλλωστε έκαναν οι περισσότεροι και "εν ευθέτω χρόνω" ξοφλούσε το χρέος του. Κάποιες φορές δανειζόταν μικροποσά για τις ανάγκες της οικογένειας, Μα όσο κι αν προσπαθούσε, πάντοτε έμενε χρεωμένος.

Ο Νώντας συχνά του υπενθύμιζε τις υποχρεώσεις του: "Τάσο, τα λεφτάς Τάσο, τα λεφτά!».

Του ‘χε γίνει βραχνάς!

Έδωσε ο Θεός και πέθανε ο Νώντας και την διαχείριση του παντοπωλείου ανέλαβε η γυναίκα του, η θεια-Αγαθή. Από την πρώτη μέρα, ό,τι άχρηστο και πολύκαιρο υπήρχε στην αποθήκη, άρχισε να το πετάει κι ανάμεσα σ' όλα και τρία πάνινα σακουλάκια με παλιές μεταλικές δεκάρες προπολεμικές, που είχαν τρύπα στο κέντρο και την κουκουβάγια στη μια όψη, οι οποίες όμως είχαν χάσει την αξία τους και δεν κυκλοφορούσαν πλέον, επειδή είχε βγει η νέα δραχμή.

Γέμισε η γειτονιά κι όλο το χωριό από τις δεκάρες του Νώντα που τις είχαν μαζέψει τα παιδοπούλια για να σκοτώνουν την την ώρα τους.

Έλα όμως, που ο Κωστής του Μαστρονώντα (Επαμεινώνδας Στράτος), του ξυλουργού, ο Ντίνος του Νιανιάρα (Μπαρμπέρης),  ο Χαρίλαος (Λίλας) του Φραγκαναστάση παρατήρησαν ότι οι δεκάρες είχαν ακριβώς το μέγεθος της δραχμής που ρίχναμε στην εγκοπή από τα ποδοσφαιράκια για να πέσουν οι μπαλίτσες και ν' αρχίσει το παιχνίδι.

Έτσι, όλοι οι γυμνασιόπαιδες εφοδιάστηκαν μ' αυτές και " μυστικώ τω τρόπω" τα ποδοσφαιράκια από πρωίας μέχρι νυκτός είχαν πάρει φωτιά.

Ο μπαρμπα-Τάσος έτριβε τα χέρια του. Επιτέλους, σήμερα θα 'κανε τις καλύτερες εισπράξεις. Το βράδυ που ήρθε η ώρα του απολογισμού, ξεκλείδωσε και τι να δει ο δυστυχής! Φίσκα τα συρτάρια με παλιές δεκάρες. Κούνησε το κεφάλι και είπε εκείνο το αμίμητο:

 « Αϊ, ωρέ, Νώντα, με κινδύνευες ζωντανός, με παιδεύεις και πεθαμένος!».

Υ.Ε. Ηλία,

Στην επιστολή μου που ανάρτησες στις 18-3-25 με τίτλο «η δική μου Κατοχή», σημείωνα εκτός των άλλων και το πότε μπήκε ο θεμέλιος λίθος της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου (25 Μαρτίου 1849).

 Πολλοί κατοχιανοί μου διεμήνυσαν ότι δεν υπάρχει πουθενά, σε κανέναν τοίχο, η πλάκα που αναφέρω.

 Τους είπα να απευθυνθούν στα μέλη του εκκλησιαστικού συμβουλίου και είμαι σίγουρος ότι θα έχουν σχετική ενημέρωση από τον σεβαστό πατέρα Αναστάσιο Πετρόπουλο.

Αυτό που θα ήθελα να σημειώσω στην εφημερίδα σου είναι ότι σε όλον τον κόσμο, όπου υπάρχει ιστορικό κτίριο (μοναστήρι, στάδιο, ίδρυμα, ακόμη και σε τζαμί με τον μιναρέ του) στην πρόσοψη διαβάζεις πάντοτε την ημερομηνία ανέγερσής του.

Θα πρόσθετα ακόμη, ότι αυτές οι «παλιόπετρες», αυτά τα σπασμένα μάρμαρα είμαστε εμείς οι ίδιοι, είναι η κατοχιανή ταυτότητά μας, η ιστορία μας. Κι όπως λέει κι ο ήρωας του 1821, στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης: «γι' αυτά είναι που πολεμήσαμε...»

Μεθαύριο, 25 Μαρτίου 2025 είναι η μεγάλη γιορτή του γένους μας. Είναι επετειακή συγκυρία να αποκατασταθεί η παράλειψη των εκκλησιαστικών συμβουλίων που πέρασαν.

25-3-1849     -     25 Μαρτίου 2025.

Εκατόν εβδομήντα χρόνια στρογγυλά από τότε!

Οι άγιοι επίτροποι, με πρώτον τον «Αμόρε» (τον Μάκο τον Ζυγιώτη), ας πάρουν ένα σφυρί κι ένα σκαρπέλο κι ας σκαλίσουν λίγο τον εσωτερικό τοίχο της εισόδου του ναού ή όπου αλλού και να την τοποθετήσουν ξανά.

Ως τότε, «ΧΡΟΝΙΑ ΣΑΣ ΠΟΛΛΑ»

 

Termino Cafe

Termino Cafe

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω

Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032