Κατοχή - Οινιάδες

Καλώς ήλθατε στο katochinews.com

Η Δική μου Κατοχή. Ο μπάρμπα Τάσος Φραγκαναστάσης και ο Μίκας

Αγαπητοί φίλοι,

Μετά την έκτακτη παρεμβολή του «μαρτυρίου της πέτρας ενός αγίου», που αναρτήθηκε στις 31 Μαρτίου 2025 στο Katochi news, απ’ όπου γνώρισαν επιτέλους οι «φιλόναοι» κατοχιανοί, ότι στην εκκλησία τους υπάρχει ο «θησαυρός» αυτός, ο οποίος ιστορεί την ημεραμηνία θεμελίωσης της (ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΡΤΙΩ ΚΕ΄ (25) 1849 ΕΠΙ ΒΑCΙΛΕΩΣ ΟΘΩΝΟC Α’) και ο οποίος αναμένουμε σύντομα να εντοιχιστει, ώστε να αποτελέσει και πάλι κόσμημά της, επανέρχομαι στους «Κοκοερέους» (Φραγκαναστάσηδες), για να κλείσει μερικώς ο πρώτος κύκλος, αν κι ο μπαρμπα-Τάσος έχει πολλά ακόμη να μας πει…

Στο 6ο της σειράς επεισόδιο έδωσα τον τίτλο:

 «Έσβησα κι εγώ, αλλά έγραψες κι εσύ…»!

το οποίο αναφέρεται στο τι έγινε με τον Τάσο και τον μπάρμπα-Γιώργη τον Βάλβη.

Όμως, πριν πάω «στο ζουμί» του γεγονότος, θεώρησα καλό να σας δώσω κάποιες πληροφορίες για την μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Βάλβηδων της Κατοχής, που τυχαίνει να γίνονται επίκαιρες, λόγω του γιορτασμού της Εξόδου του Μεσολογγίου, 10 Απριλίου 1826(«ήταν Σαββάτο αποβραδίς, ανήμερα Λαζάρου…»).

Οι Βαλβαίοι ήταν από τις παλαιότερες και πιο ιστορικές οικογένειες της Κατοχής. Από ‘δω ξεκίνησαν άλλοι ως ιερείς για να θυσιασθούν κατά τη μεγάλη εκείνη νύχτα του «χαλασμού»!!!, άλλοι να διαπρέψουν στην πολιτική ως Πρωθυπουργοί, άλλοι να υπηρετήσουν την Πατρίδα σε ανώτατα αξιώματα και άλλοι τέλος, να κυνηγηθούν από τον τύραννο της Ηπείρου Αλή-πασά, που επιζητούσε να αρπάξει την μεγάλη, κινητή και ακίνητη περιουσία τους.

Από τους πρώτους που ζώσθηκε το σπαθί, με την ανατολή της ελληνικής επανάστασης, ο «ιερέας Πανταλέων Βάλβης ο Ακαρνάν εκ Κατοχής του Δήμου Οινιάδος» Στο αριστερό του χέρι βαστούσε τον σταυρό και στο δεξί, το ιερό σπαθί της ελευθερίας, κηρύττωντας και εμψυχώνοντας τους "Ελεύθερους Πολιορκημένους", καθόλη τη διάρκεια της πολύμηνης πολιορκίας του Μεσολογγίου, Απρίλιος 1825 - Απρίλιος 1826.

Έπεσε δε "ενδόξως" κατά την φρικτή εκείνη έξοδο της Φρουράς του Μεσολογγίου,  καθώς και ο γέροντας πατέρας του Ζαφείριος, ιερέας κι αυτός, στην ανατίναξη του Ανεμόμυλου από τον επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ.

Από τη μεγάλη εκείνη φαμίλια και ο Ιωάννης Γ. Βάλβης. Έλαβε μέρος και στις δύο πολιορκίες του Μεσολαγγίου, ήταν από τους πρώτους, που στάλθηκε το 1823 στην Κεφαλονιά, ως μέλος της Επιτροπής για την υποδοχή του μεγάλου Βρετανού φιλέλληνα Λόρδου Βύρωνα, η δε Κυβέρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια τον τίμησε, δίνοντάς του τον ανώτατο στρατιωτικό βαθμό και τρία αριστεία! Τον βαθμό αυτόν τον διατήρησε μέχρι τότε που νόμιζε ότι μπορούσε να είναι ωφέλιμος στην πατρίδα. Ύστερα,αφου παραιτήθηκε, ουδέποτε ζήτησε να πάρει σύνταξη,παρόλο που δικαιούνταν. Ως ιδιώτης πλέον, επέδειξε όλες εκείνες τις αρετές του χαρακτήρα που ήταν το κόσμημα της οικογένειας των Βάλβηδων (Ημερολόγιο, "Ποικίλη Στοά", 1885, σελ 515). 

Νεότερος απόγονος, ο Γιώργος Βάλβης. Προύχοντας της Κατοχής, είχε κληρονομήσει την μεγάλη περιουσία, από πολλά στρέμματα αμπελιών και μαύρης σταφίδας, κοπάδια προβάτων και γελαδιών, νερόμυλους κι αρχοντικά.

Στα υπόγεια του παλιού Δημαρχείου του "Δήμου Οινιάδος", είχαν οι Βαλβαίοι τις αποθήκες του κρασιού. Μεγάλα δρύινα βαρέλια (η δρυς=η βελανιδιά) για το άσπρο ξηρό κατοχιανό κρασί κι ένα πιο μικρό για "το νάμα", από απόσταξη της μαύρης μικρής σταφίδα του αμπελιού του, για να το προσφέρει ως αντίδωρο ευγνωμοσύνης στον αγιό του, τον αϊ-Δημήτρη!

Απ' τον μπαρμπα-Γιώργο, λοιπόν, αγόραζε ο Τάσος το κρασί για τις ανάγκες των πελατών του καφενείου του. Κάθε νταμπουζάνα (μεγάλη στρογγυλή μπουκάλα με πλέγμα από ψαθί ή πολύ λεπτό καλάμι για ασφάλεια) την σημείωνε ο νοικοκύρης με άσπρη κιμωλία στην μπροστινή όψη του βαρελίου με μια κάθετη γραμμούλα και στο τέλος του μήνα γινόταν το μέτρημα και η εξόφληση του χρέους.

Εκείνο το πρωί που πήγε να πάρει κρασί, ο κυρ-Γιώργης έλειπε. Είχε πάει στον νερόμυλο που διατηρούσε στον Κονταύλακο, το ποταμάκι με τα πλούσια νερά που περνά σύριζα στην βόρεια πλευρά του Τρίκαρδου και χύνεται στη θάλασσα του Πεταλά.

Στο σπίτι άφησε τον μικρό Δημήτρη.

Να τος κι ο Τάσος!

Κατέβηκαν στην αποθήκη και όπως το παιδί ήταν σκυμμένο στον πίρο του βαρελιού και γέμιζε τις νταμπουζάνες, σαλιώνει ο Τάσος τα δάχτυλα της μιας παλάμης και σβήνει αρκετές από τις κάθετες γραμμές.

Όταν γύρισε ο κυρ-Γιώργης και κατέβηκε στα κελάρια του, εντόπισε αμέσως την ατασθαλία! Πιάνει κι αυτός, αρκετά θυμωμένος και γεμίζει το βαρέλι με γραμμές!

Το επόμενο Σάββατο ξαναπήγε ο Τάσος για κρασί.

Μπαίνοντας στο κατώγι, κοντοστέκεται, κοντοβήχει, βάζει την παλάμη του δεξιού χεριού πάνω απ' τα πυκνά του φρύδια, λες κι είχε αντηλιά, και καθόλα ειλικρινής του λέει: «Καλά, ωρε Γιώργη, έσβησα κι εγώ, αλλά έγραψες κι εσύ!»

7ο «…Το τραπέζι και στην αστυνομία»

Τη δεκαετία του 1950 το αστυνομικό Τμήμα στεγαζόταν σ' ένα παλιό χαμόσπιτο ιδιοκτησίας των αδελφών Κων. και Χρ. Πανά, εκεί που βρίσκεται σήμερα το σπίτι του Γιάννη Θ. Λαχανά (του έμπορα).

Διοικητής ο Γιάννης Ζαφειρόπουλος από την Πάτρα. Μεγάλη οικογένεια οι Αφοί Ζαφειρόπουλοι με εργαστήριο γλυκών κουταλιού, λουκουμιών κλπ. Με ψηλό παράστημα και ύφος πολύ σοβαρό μέχρι αυστηρό, όπως απαιτούσαν άλλωστε και οι καιροί για τα "όργανα της τάξης", αλλά ευγενέστατος, ξεχωριστός, αναζητούσε την καλή παρέα και την διασκέδαση. Για την αυστηρότητα του ύφους οι κατοχιονοί του προσκόλησαν το παρατσούκλι Ναγκίπ, όνομα κάποιου αιγύπτιου στρατηγού της εποχής. Όσο καιρό υπηρετούσε στην Κατοχή, τον Τάσο τον παίδευε, όχι φυσικά για να τον στείλει στο δικαστήριο ή στη φυλακή, αλλα για λίγο χιούμορ.

Τις απογευματικές ώρες, μετά τις δουλειές των χωραφιών και τον κάματο της μέρας, οι χωριακοί ανηφόριζαν για τα  "μαγαζιά ".

Ο Τάσος, ο Πάνος ο Φορτετράς (Φαναράς), ο Πάνος Ρόμπολας (Φωλιάς), ο Θόδωρος Ρόμπολας (Μπουζώνης), αδελφός του πατέρα μου, είχαν ήδη πιάσει δουλειά στο καφενείο με την πρέφα  "καπίκ ". Ο παπα-Νίκος (παπα-κωλοτούμπας) είχε τελειώσει τον εσπερινό και πήγαινε προς το καφενείο του Γιώργου Καφφέ (Νίτσικας). Είδε την παρέα να παίζει και λέει στον αστυνόμο στη νοηματική:  - Γιάννη,τα παιδιά...!

Τα χτυπήματα στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι έδιναν κι έπαιρναν.

Νάτος κι ο Ναγκίπ. 

- Τάσο, πάλι χαρτιά;.

- Τι να κάνουμε, κυρ-αστυνόμε, έτσι, λίγο για να περνάει η ώρα!

- Το τραπέζι και στην αστυνομία!.

(Στα μικρά χωριά, όταν οι χαρτοπαίχτες πιάνονταν "επ' αυτοφώρω", οι χωροφύλακες τους οδηγούσαν στο αστυνομικό τμήμα για κάποιες ώρες κράτησης στο "κρατητήριο" μέχρι να τους περάσουν "αυτόφωρο". Οι δίκες γίνονταν στην αίθουσα του Κοινοτικού Καταστήματος, στο ισόγειο, πριν προστεθεί ο επάνω όροφος. Λειτουργούσε στην Κατοχή το ειρηνοδικείο!!! (σήμερα, μετά από 70 χρόνια, τι λειτουργεί; Απολύτως τίποτε! Κατακαημένη Κατοχή...).

Βάζει λοιπόν ο Τάσος το τραπέζι στο κεφάλι, έχοντας απάνω όλα τα πειστήρια του "εγκλήματος", τράπουλα, χρήματα, ντιμπισίρια (κιμωλία), διασχίζει την  πλατεία, ώστε οι θαμώνες των γύρω καφενείων να δούν την "διαπόμπευση" του χαρτοπαίκτη, και ανηφορίζει προς το αστυνομικό τμήμα.

Στην είσοδο του αστυνομικού Τμήματος τον υποδέχτηκε ο Αστακιώτης χωροφύλακας Σπύρος Ζαβιτσάνος.

-Αχά! Τάσο, πώς από ‘δω;

-Μου είπε ο κυρ-Διοικητής, ότι χρειάζεστε τραπέζι, και σας το ’φέρα!!!

8ο  «Υπάρχει Θεός;»

Ο χειμώνας πλάκωσε απότομα εκείνη την χρονιά. Έπιασαν δυνατές βροχές, η μία μετά την άλλη, φύσηξε παγωμένος άνεμος απ' τα βουνά του Ξηρόμερου, που σκεπάστηκαν με παχύ στρώμα χιονιού κι ολόασπρα στέκουν εκεί στα σύνορα του ορίζοντα. Ο κάμπος μαδήθηκε, άνεμοι σαρώνουν τους δρόμους και μπόρες απανωτές ξέσπαζαν μέσα στη νύχτα. Οι βροχές και ο βαριά συνεφιασμένος ουρανός μουδιάζουν κάθε ζωντανό, το γεμίζουν υγρασία και αναγκάζουν ανθρώπους και ζώα να μαζεύονται.

Ακόμα και η μέρα μίκραινε τόσο, που ακόμα δεν ξημέρωσε και να το μεσημέρι, γρήγορα- γρήγορα το απόγευμα, το βράδυ, και ύστερα η μακριά χειμωνιάτικη νύχτα, τις περισσότερες φορές με την σιγανή και μονότονη βροχή ή με τις μπόρες που συνοδεύονται από πυκνά αστραπόβροντα.

Τέτοια ήταν και η αποψινή βραδιά. Αποβραδίς ο νοτιάς σφύριζε ανάμεσα στα γυμνά κλαριά των δέντρων, περνούσε μέσα από τα κεραμίδια των σπιτιών με θόρυβο, γέμιζε το χωριό με το βουϊτό του. Που και που μια δυνατή λάμψη, που τρύπωνε ως τα κατάβαθα των σπιτιών, που περνούσε ακόμα και τα κλειστά βλέφαρα των κοιμισμένων ματιών, σκορπούσε το ασπροκύανο σκληρό φως της ολούθε, για να κατασκοπεύσει. Ύστερα ακολουθούσε η μεγάλη και μακρόσυρτη βροντή, που έκανε τα παράθυρα και τις πόρτες να τρέμουν και τα τζάμια να τριζοβολούν

- Έλα, Χριστέ και Παναγιά! Κατακλυσμός είναι απόψε! 

-  Μμμ! θα ρίξει απόψε με τ' ασκί.

Μέσα στο σκοτάδι του χαμηλού σπιτιού ακούστηκε ο διαλόγος αυτός.

Γύρω στο αναμμένο τζάκι με τη λαμπερή του φλόγα καθόταν όλη η οικογένεια. Οι μεγάλοι, γιατί δεν τους έπιανε ο ύπνος - νύχτα χρόνος, οι μικροί γιατί ξαγρύπνησαν από τη βροχή και τ’ αστραπόβροντα.

Γαλάζιο και θαμπό ήταν το χάραμα της Κυριακής. Τα πουλιά έφυγαν τρομαγμένα με το χτύπημα της καμπάνας, κυνηγώντας τον ήλιο. Στη βαθειά γαλήνη του όρθρου, άκουγες μονάχα το ποτάμι να βουίζει, φουσκωμένο από τη νυχτερινή βροχή.

Τώρα, ο ήλιος βάρεσε την κορυφή του βουνού, ρόδισε το εκκλησάκι της Παναγιάς, και γλίστρησε ήσυχα, μαλακά στις πλαγιές και στον κάμπο. Από τα στενά δρομάκια του χωριού ανηφορίζουν προς την εκκλησιά, άντρες, γυναίκες, παιδιά, γριούλες και γεροντάκια με το μπαστουνάκι ή την γκλίτσα τους, για να αναπέμψουν δέηση στο Θεό τους. 

Χαρούμενα πρόσωπα που ακτινοβουλούν ακόμα πιο πολύ την ώρα της θείας λειτουργίας, με τις προσευχές του παπα-Πάνου Καψώχα, του Νιχωρίτη παπά, που με το που πάτησε το πόδι του στην Κατοχή, δεν άργησαν οι κατοχιανοί να του κολήσουν το παρατσούκλι ο "παπα-Χαμνός", λόγω του αδύναμου κορμιού του.

 Με την απόλυση, άλλοι παίρνουν "αντίδωρο" απ' του παπά το χέρι, άλλοι προσκυνούν τις εικόνες, άλλοι κοινωνούν "σώμα και αίμα Χριστού" για να φύγουν τα κρίματά τους, (« εις άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον») και άλλοι απέρχονται κάνοντας το σταυρό τους, μασώντας λαίμαργα το αντίδωρο το σιταρένιο με τη μοσχοβολία!

Ο ήλιος τώρα παίζει κυνηγητό με τα σύννεφα, άλλα μαύρα -κατάμαυρα κι άλλα γκριζωπά, που κυλιούνται κύματα-κύματα, παίρνοντας διάφορα μορφές ή ξεκομμένα χάνονται στο βάθος πάνω από τα νερά της λιμνοθάλασσα!

Οι άντρες πεινασμένοι τρέχουν στα μαγειρεία του Κ. Μανέτα και του Παντ. Κοκοτού για πατσά , οι γυναίκες με το "απαγορευτικό της εποχής " στο σπίτι να ετοιμάσουν το κυριακάτικο φαγητό κι εμείς να βρούμε λίγη ζεστασιά γύρω από τη σόμπα στο καφενείο του μπαρμπα-Τάσου, που είχε αναλάβει τώρα το τέταρτο στη σειρά από τα οχτώ παιδιά του, ο " Μίκας"  (τότε οι οικογένειες ήταν πολύ " παραγωγικές". Από πέντε παιδιά και πάνω. Σήμερα...!), και να ξοδέψουμε τις λίγες φτωχές δραχμούλες στα ποδοσφαιράκια και το μπιλιάρδο.

Τούτη την Κυριακή του 1965, μια βδομάδα πριν τα Χριστούγενα είχαν καταφθάσει στο χωριό αρκετοί φοιτητές της Αθήνας, ο Σωτήρης Γερ. Γκασούκας (Νομικής), Παντελής  Σπ. (Λάκης) Πλαστήρας (Φυσικός), Αλέκος Π. Κοταντάκης (Χημικό), Γεράσιμος Αντ. Μπακογιάννης - " Μαγγανάρας" (Οικονομικό- ΑΣΟΕ), Σπύρος Γερ. Κιτσάκης - "Μορφονιός"  (Οικονομικό- ΑΣΟΕ), Φώτης Τσίτσος (οικονομικό) Γεράσιμος Γεωρ. Ρόμπολας- "Λίρας"  (Πολιτ. Μηχανικός εξ Ιταλίας). Στάθης Κων. Λουκάς (Πολιτ. Μηχανικός-Ιταλία), Θανάσης lωαν. Τσάμης (Πολιτ. Μηχανικός-Ιταλία), Πάνος Δημ. Καρέλος (οικονομικό) Πάνος Μιλτ. Ρόμπολας (ΑΣΟΕ) ,Γεράσιμος και Γιάννης Δημ. Τζανάκης, Γερ. Αριστ. Καπώνης (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και είχαμε πάρει τη θέση μας ως αντίπαλοι δύο και δύο στο ποδοσφαιράκι.

Οι μεγαλύτεροι,μετά το καφεδάκι, το "χαρτί"  τους. Στα ξύλινα τραπέζια, οι συνηθισμένοι τακτικοί θαμώνες: Θόδωρος Γκασούκας - " Φάντης", Δημ Σώκος, Γερ. Φραγκαναστάσης -" Λατόμος", Ευστ. Τρικαλινός-" Τίμπας", Γερ. Π. Καραντζογιάνης (έμπορος), Θόδ. Διαμαντόπουλος- " ο μάστορας"  (Ραμαντζής) και Δημ. Καρέλος, ο αστυνόμος, συνταξιούχος πλέον!

Στο γωνιακό μεγάλο τραπέζι τα ζευγάρια της " πρέφας"  ήταν ο " Τίμπας", απέναντί του ο Γερ. Καρπούζης και σταυρωτά Κ. Βύσιος με τον " Ραμαντζή".

Η ώρα περνούσε, ο θόρυβος απ' τα ποδοσφαιράκια και τα χτυπήματα των χεριών των χαρτοπαικτών στα τραπέζια, με το "10 καρό", "Φιγούρες", "πάω πάσο" κλιπ στα ύψη, οπότε, κατά τις 12 το μεσημέρι άρχισαν τα πράγματα να καταλαγιάζουν, οι δραχμούλες μας είχαν τελειώσει και οι πιστοί της τράπουλες είχαν αποκάμει και άρχισαν τις συζητήσεις.

Στο μεγάλο τραπέζι η κουβέντα είχε πάρει φωτιά και το θέμα συζήτησης: "αν υπάρχει Θεός".

Ο Μίκας, όπως και όλα τ' αδέρφια, ήταν πανέξυπνος και ο Θεός σε όλα, μα σε όλα, είχε δωρίσει τα χάρισμα της καλλιφωνίας. Μάλιστα ο "Λατόμος" (Γερ. Φραγκ.) και ο Γιάννης Φραγκαναστάσης λάμπρυναν με τις ψαλμωδίες τους, τους ιερούς ναούς όπου κι αν πήγαν. Τον "Λατόμο" τον απόλαυσαν δυο γεννιές κατοχιανών (60 χρόνια) και τον Γιάννη οι κάτοικοι του Αιγίου στον μητροπολιτικό τους ναό.

Όταν δε έσμιγαν τα δυο αδέρφια, Μάκος και  Γιάννης, την ημέρα του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) στον ναό μας, η λειτουργία ήταν μέθεξη. Κελαηδούσαν, δεν έψελναν! 

Το 1960, όταν ήρθε στην Κατοχή ο πρωτοψάλτης της Μητροπόλεως Αθηνών, Σπύρος Περιστέρης σταλμένος από από την Ακαδημία Αθηνών για να συλλέξει δημοτικά τραγούδια, τον πρώτο φυσικά που άκουσε ήταν ο "Λατόμος".

Το τραγούδι μαγητοφωνήθηκε σ' ένα μεγάλο μαγνητόφωνο "Grundig",

γερμανικής κατασκευής, στο καφενείο του Τάσου. Και ήταν: 

« θέλτε ν' ακούστε κλάματα,

γυναικεία μοιργιολόγια;

Περάστε απ' τ΄Αντιλικό

κι από Μισολόγγι...»

Όταν τέλειωσε του λέει ο Περιστέρης : « Ωρέ Μάκο, δος μου το καρύκι σου (το λαρύγγι σου)»!!! (στην ίδια μαγνητοφώνηση τραγούδησε κι ο αξέχαστος αριστερός ψάλτης Χρήστος Κατσάνος με το «Εσείς βουνά της Κατοχής, βουνά του Ξηρομέρου, βαστάξτε να βαστάξουμε το φετινό χειμώνα...», η θεια - Κώτσαινα, η μάνα του Γιάννη και του Λάκια Λαχανά, η θεια- Ολυμπία Καραντζογιάννη, μάννα του Γιώργου, ο πατέρας μου και άλλοι».)

Και κλείνοντας την παρένθεση:

Το προηγούμενο Πάσχα είχε καλέσει ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων τον Γιάννη να πάει να ψάλει την Μεγάλη Εβδομάδα εκεί. Πήρε μαζί του και τον "Μίκα", ο οποίος μέχρι τότε δεν είχε πατήσει ποτέ του στην εκκλησία, γιατί, από μικρό παιδί τσοπάνος στα γουρούνια και στα πρόβατα, λόγω της μεγάλης φαμίλιας και τώρα στο καφενείο να εξυπηρετεί νύχτα-μέρα τους χωριανού του, είχε ξεκόψει τελείως από την εκκλησία.

Όταν γύρισε ήταν άλλος "Μίκας". Η τέλεια μεταμόρφωση!. Σταμάτησαν οι βλαστήμιες, εκκλησιαζόταν κάθε γιορτή και Κυριακή. Στους εσπερινούς, στις παρακλήσεις, στα σαρανταλείτουργα από τους πρώτους, "όρθρου βαθέος". Τέτοια δε, η αλλαγή του, ώστε ο παπα-Κώστας Στρουμπάκος τον "έχρισε" αναγνώστη, φορώντας του το ράσο με τον κόκκινο σταυρό, μόνο που του ήτανε λίγο στενό, δεν ήταν στο νούμερό του.

Ο μωραΐτης παπάς που δεν του ξέφευγε τίποτε που να μη το σχολιάσει, όταν ο "Μίκας" έκανε κάποιο λάθος στα αναγνώσματα (μέχρι την Τρίτη Δημοτικού πήγε) μου έλεγε: « Κύριε Γιώργο, ο "Μίκας" διάβασε σήμερα: «Πάσα Σάββατα», αντί του σωστού «πάντα Σάββατα» ή ο Ιησούς βρισκόταν μεταξύ «Τύρου και Σινδόνος»  αντί «Τύρου και Σιδώνος», χωριά της Παλαιστίνης και το τελευταίο:  « Άρατε πύλατε οι άρχοντες υμών»  αντί του σωστού: " « Άρατε πύλας οι άρχοντες υμών» , κάτι που ο "Μπικικίνης" Σπ. Κιτσάκης, ο επί 20 και πλέον αριστερός ψάλτης με την βρονερή φωνή του (αν και Βασιλικος) δεν μπόρεσε να διορθώσει, ακόμα και σήμερα που είναι απόμαχος του ψαλτηρίου…. Συνεχίζει το « άρατε πύλατε»,  για να του πει η γυναίκα του: « άκου τον δάσκαλο που σου το διορθώνει» .Αυτός όμως το χαβά του!

Στο καφενείο δε, έγινε ιεροκήρυκας! Τα όσα θαυμαστά έζησε στους αγίους τόπους, ήταν τα σεμινάρια τα θεολογικής "επιμόρφωσης" που μας έκανε. Μας διηγούνταν ότι το φως από τον Τάφο του Χριστού ανάβει μόνο, όταν μπαίνει μέσα ο ορθόδοξος Πατριάρχης, ούτε ο Αρμένιος, ούτε ο Καθολικός, ούτε ο Κόπτης εξ Αιγύπτου, ότι όταν ανάβουν τις μεγάλες λαμπάδες οι πιστοί από το άγιο φώς , αν βάλεις το δάχτυλό σου πάνω από τη φλόγα, επί δυο λεπτά δεν καίγεσαι…. ή όταν κατέβαιναν στην "κοιλάδα των κέδρων" ή περπατούσες στον κήπο της Γεθσημανή, όπου περπάτησε ο Χριστός, άκουγες ουράνιες μελωδίες!!  Μάλιστα όταν τα διηγούνταν βρισκόταν σε έκσταση. Έπαιρνε δε και την μεγάλη λαμπάδα που είχε στο συρτάρι για ώρα ανάγκης, για να κάνει την αναπαράσταση. Που να ξέρει ο αγαθός ισραηλίτης "Μίκας", την εμπορευμαποποίηση των πάντων που γίνεται εκεί κάτω!

(Ξέφυγα όμως και θα επανέλθω στα προηγούμενα. Βλέπετε το ένα φέρνει το άλλο, πλημμύρα οι αναμνήσεις, όταν μάλιστα τις έχεις βιώσει!).

Από τότε και η βλαστήμια των πελατών του καφενείου είχε κοπεί, όταν για να τους "παιδαγωγήσει", έκλεισε  το καφενείο επί πέντε μέρες , και οι "βλάστημοι" δεν είχαν που να καταφύγουν!.

Τώρα, η συζήτηση ήταν, αν υπάρχει θεός ή όχι, πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, τι γίνεται η ψυχή μετά το θάνατο και τόσα άλλα.

Η κορύφωση έφτασε την ώρα που ο Στάθης ο Τρικαλινός  προσπαθούσε να πείσει τον "Μίκα" ότι δεν υπάρχει θεός.

Είχε μελετήσει βαθιά την κομμουνιστική κοσμοθεωρία και με λογικά επιχειρήματα κατέρριπτε όλα τα υπερφυσικά μυστήρια του αντιπάλου. Κι ο "Μίκας", κομμουνιστής κι αυτός με δράση στην αντίσταση αλλά όχι τόσο διαβασμένος στα φίλοσοφικά ζητήματα, όπως ο "Τίμπας", αλλά "ζηλωτής" πλέον χριστιανός, πάλευε να τον αντικρούσει.

Ο Τάκης ο Σώκος, ο Φάντης να στηρίζουν τάχα τις θέσεις του "Μίκα", ενώ ο Μάκος ο Τζανάκης υπέρμαχος του "Τίμπα".

Έφτανε το μεσημέρι και ξαφνικά μαύρα σύννεφα σηκώνονταν απ' τη θάλασσα, σκέπασαν στον κάμπο τον πλατύ και καρπερό με το αφράτο χώμα κι όσο πλησίαζαν προς το βουνό του Κατσά όλο και χαμήλωναν. Σε λίγο αναπάντεχες μπόρες ξέσπασαν απανωτά μεσημεριάτικα. Κι άρχισε μια βροχή! τι βροχή! Έβρεχε συνέχεια. Άλλοτε πάλι η βροχή χτυπούσε με δύναμη τα τζάμια και τα κεραμύδια και ποτάμια οι δρόμοι της Κατοχής.  

Μια δυνατή λάψη έσκισε τον ουρανό κι ένας υπόκοφος δυνατός κρότος τράνταξε το βραχότοπο. Τα σύρματα του τηλεφώνου του ΟΤΕ, που ήταν το μοναδικό τηλέφωνο στο χωριό,  με τηλεφωνήτρια την Μαρία Μανέτα του μπαρμα-Ντίνου, κόπηκαν με δυνατό ήχο, ενώ τα τζάμια του αγροτικού ιατρείου έγιναν θρίψαλα.

Κοιταζόμασταν για μερικά δευτερόλεπτα αμίλητοι. Μόνο ο "Tiμπας" με το που έπεσε ο κεραυνός, κοντούλης και χοντρούλης όπως ήταν, κρύφτηκε κάτω απ' το μεγάλο τραπέζι, κάνοντας τον σταυρό του και "βοώντας" «Χριστός και Παναγιά» !!

Τώρα, ήταν η ώρα του "Μίκα" για εκδίκηση! Ψηλός, ευτραφής με την φαρδιά κοιλίτσα του και τα μεγάλα σαν της αγελάδας μάτια του, σηκώνει τα μανίκια του,  στέκεται  μπροστά στον "Τίμπα" και απλώνοντας το δεξί του χέρι με υψωμένο τον δείχτη τον καλούσε να βγεί: « Για έλα δω, τώρα, Υπάρχει Θεός ή δεν υπάρχει!»

Οι κάτοχιανοι βγήκαν τρομαγμένοι από τα καφενεία και τράβηξαν κατά το καμπαναριό της εκκλησίας όπου εκεί πίσω είχε πέσει ο κεραυνός, πνίγοντας τον τόπο απ' τους καπνούς. Με το που πλησιάζουν και δεύτερος κεραυνός γκρεμίζει τον σταυρό και σπάζει την βορειοανατολική γωνία του καμπαναριού, με τα πέτρινα κομμάτια να τραυματίζουν τον μπαρμπα-Μίχο τον Κοταντάκη στο κεφάλι και αιμορραγούντα να τον οδηγήσουν στο κοντινό ιατρείο όπου η Χρυσούλα η Καραντζογιάννη  με την Ειρήνη Πυλαρινού, νοσοκόμα η πρώτη και μαία (μαμή) η δεύτερη, να του δώσουν τις πρώτες βοήθειες.

Ο παπα-Πάνος, που εκείνη την ώρα ετοιμαζόταν για το ιερό μυστήριο της βάφτισης, "εθεώρει" τα συμβαίνοντα  εκ του μακρόθεν κάτω από το πεύκο του Γουλιμή.

- Παπά, μας τιμωρεί ο Θεός! Να κάνουμε παράκληση φώναξε η θεία Ζαφείρω η Χριστοδουλή, που' χε το χαμοσπιτό τους δίπλα ακριβώς απ' το σπίτι του παπά της ενορίας και πάντα με το γλυκύτατο χαμόγελο και το φωτεινό της πρόσωπο, το αρειτίδωτο, ως τα γεράματά της, χαιρετούσε όλους τους περαστικούς. 

-Θεια- Ζαφείρω, ο Θεός είναι όλος αγάπη. Δεν μπορεί να τιμωρεί! Γιατί, αν μας τιμωρούσε, θα έπαυε αμέσως  να είναι η απόλυτη αγάπη, προσπαθούσε να την πείσει, με όλη την ευγένεια και τον μειλίχιο, ήρεμο τρόπο που τον διέκρινε, εκείνο το σπουδαίο παιδί της φυσικής επιστήμης, ο Λάκης ο Πλαστήρας του μπαρμπα- Σπύρου, που ξεκίνησε θεόφτωχο απ' τα πρόβατα για να γίνει σημαιοφόρος στην τότε "ένδοξη"  Παλαμαϊκή Σχολή του Μεσολογγίου και στη συνέχεια να κατακτήσει την πρώτη θέση στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ως Φυσικός "επιστήμων", τον νέον αυτόν που όλοι καμαρώναμε και οι μικρότεροι τον είχαμε ως πρότυπο.

(Αλήθεια, δεν είναι "κρίμα κι άδικο" να φεύγουν τόσο νέοι αυτοί οι άνθρωποι, και να μένουμε πίσω εμείς οι άλλοι, "τα στραβόξυλα";)

Και ας μην ξεχάσουμε και τον "Τίμπα", που μετά απ' αυτό που έπαθε , έκανε μέρες να φανεί ξανά στο καφενείο του  "Miκα"! 

Φιλικά,

Γιώργος Ρόμπολας.

Υ.Γ. Τούτα τα στέλνω ως χαιρετίσματα στον παιδικό εναπομείναντα αδελφικό φίλο και συμμαθητή μου Γεράσιμο Αντ. Μπακογιάννη, στα Νέα Μουδανιά - Χαλκιδικής και στα παιδιά του  Αντώνη και Ευαγγελία.

 "Καλό Πάσχα" σε όλους σας !!!




Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Super Marker ΣΤΡΑΤΟΣ

Νεοχώρι Οινιαδών, έναντι εκκλησίας Αγ. Ιωάννη Θεολόγου.

τηλ: 26320-93186


Termino Cafe

Termino Καφέ -μπαρ 

Κατοχή Οινιαδών. Γυμναστήριου 4.

ντελίβερι: 26324-01032


Ntanos Gelato | Patisserie

Ntanos Gelato | Patisserie

Αναλαμβάνουμε πακέτα γάμων, βαπτίσεων, μνημοσύνων και κοινωνικών εκδηλώσεων.

τηλ: 26320-55210

Δειτε Εδω