Η Δική μου Κατοχή, Αρχαίοι Οινιάδες, Γ. Ρόμπολας Δάσκαλος
Αγαπητοί φίλοι
Πριν 42 χρόνια (1983-2025), με τον υπεύθυνο του Katochi news, αγαπητό μας Ηλία, σε ηλικία τότε 12 χρόνων, «τολμήσαμε» έναν περίπατο στον Τρίκαρδο, που έμελλε να είναι καθοριστικός για τα όσα θα έρχονταν το επόμενο διάστημα. Ακολούθησαν κι άλλοι, αλλ' αυτός ήταν η απαρχή….
Η ημερομηνία έγραφε: 15 Απριλίου 1983.
Τα όσα θα παρουσιάσω θα ήθελα να τ' αφιερώσω στις δεκάδες των μαθητών μου που είχαν την τύχη να γίνουν κοινωνοί στα όμορφα εκείνα οδοιπορικά.
15 Απριλίου, λοιπόν σήμερα 2025, ελάτε μαζί μας, έστω και νοερά, σε κείνη την ανάβαση. Ελπίζω ότι δεν θα σας απογοητεύσουμε
Ανοιξιάτικο τραγούδι στον Τρίκαρδο
«Έστησε ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και την γλυκειά της ώρα..»
Διονύσιος Σολωμός.
Πρωί-πρωί με το γλυκοχάραμα αφήνουμε πίσω την Κατοχή με τους θορύβους της κι ευθύς αμέσως το μελισσολόϊ των 58 μαθητών ξεχύνεται στον ολόφωτο πανάρχαιο κάμπο, με προορισμό, την ξεχασμένη από θεούς και ανθρώπους, αρχαία πολιτεία των Οινιαδών.
Ο ήλιος είχε ξυπνήσει τα ζωντανά και γλίστρησε από την κορυφή του βουνού ήσυχα, στις πλαγιές και τον κάμπο. Ο καιρός γλύκανε αρκετά. Στρώθηκαν τα χωράφια με χαμομήλια και παπαρούνες κι ο άνεμος, φερμένος από τη θάλασσα του Ιονίου, γέμισε τα στήθη μας μύρο δροσερό.
Οι κατοχιανοί, κάνουν τον σταυρό τους για να πάει καλά η σοδειά, και ρίχνονται με τα βαριά τους μηχανήματα στα οργώματα και τα σβαρνίσματα για τη σπορά του βαμβακιού και των μποστανικών.
Πορευόμαστε τον αγροτικό δρόμο δυτικά. Καταπράσινες οι πλαγιές του Κατσά, με όλες τις αποχρώσεις του πράσινου να αναμειγνύονται με τους γκρίζους βράχους και τις φλογάτες κουτσουπιές (χαρουπιές) και τις αγριοαχλαδιές, κι όλος ο τόπος να πεντοβολάει από χρώματα, σχήματα, ήχους και αρώματα…
Τα κατσικοπρόβατα τράβηξαν ψηλά ως την κορφή χοροπηδώντας από πέτρα σε πέτρα και τρώγοντας λαίμαργα τους ροδαμούς των κλαδιών από τα πουρνάρια και τους σκίνους. Τ’ αηδόνι κρύφτηκε στα βάτα και τους κισσούς και τραγουδάει το τραγούδι της αγάπης.
Εκατοντάδες τα νούφαρα στο Κονταύλακο, έχουν ανοίξει τα πεταλά τους στον ήλιο, ενώ τα νερά κυλούν ήσυχα νωχελικά, χωρίς να βιάζονται να φτάσουν ως στη θάλασσα του Πεταλά. Τα νερόφιδα, οι χελώνες και τα λελέκια αμολύθηκαν στο πρωινό κυνήγι.
« Μάγεμα η φύσις κι όνειρο
στην ομορφιά και χάρη…»
Μετά από μιάμιση ώρα ποδαρόδρομο σιμώνουμε στον Τρίκαρδο.
Μια τοποθεσία με άγρια φυσική ομορφιά κι αίσθηση μυστηρίου, που αναδίνουν αιώνες τώρα οι αρχαίες πέτρες « οι διηγούμενες βουβά στο σημερινό επισκέπτη την μεγάλη της ιστορία τους…»
Ένα σύντομο διάλλειμα- δρόσισμα στο «Γυναίκειο», την πλούσια πηγή έξω από τα τείχη της πόλης, απ' όπου οι Οινιαδίτισσες αντλούσαν ύδωρ. Άφθονο, καθαρό νερό ανάβλυζε εκεί αιώνες τώρα, και ξεδιψούσε ανθρώπους και ζώα. Σήμερα μόνο κάποιες άσπρες πέτρες θυμίζουν την υπαρξή του, γιατί οι αρμόδιοι θεώρησαν καλό να το επιχωματώσουν! Από’ δω θ’ άρχιζε και η ανάβαση.
Ακολουθώντας το μονοπάτι το κακοτράχαλο, μέσα από ασφάκες, ασφέλαχτους και σκίνους, εντοπίσαμε τον αρχαίο δρόμο προς την Παιγνίδα, όπως συνήθιζαν να αποκαλούν οι παλιοί Κατοχιανοί το αρχαίο θέατρο, « που συνάμα μονολογούσαν, πως μάιδε είδαν παιγνίδι με τα μάτια τους, μήτε τ' αυτιά τους άκουσαν κανέναν, μόνο με την φαντασία τους εξηγούσαν κάποιοι, πως εκεί κάποτε θα’παίζαν παλεύοντας άνθρωποι ή άνθρωποι με θηρία …»
Όμως, εδώ και η πρώτη μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση των μικρών!
Το μισό κοίλο του θεάτρου σκεπασμένο με χώματα και άγριους θάμνους. Το ίδιο και στην ορχήστρα. Σπασμένα μάρμαρα και κομμάτια από χοντρά πέτρινα δοκάρια, σμιλεμένα με χάρη από τον αρχαίο τεχνίτη όπου διάβαζες: «ΤΗΝ ΟΡΧΗΣΤΡΑ». Άλλες επιγραφές που αναφέρονταν στην απελευθέρωση των δούλων, χαραγμένες στις άσπρες κακοποιημένες σειρές των εδωλίων στη δυτική μεριά, έγιναν αντικείμενο ανάγνωσης και ερμηνείας:
«ΞΕΝΩΝ ΑΦΗΚΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΩΦΕΛΙΩΝΑ»
«ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΑΦΗΚΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΟΝΑΣΙΜΟΝ ΦΙΛΟ ΟΝΑΣΙΚΛΗ ΦΙΛIΣTAN»
Η ίδια γλώσσα, η ελληνική, απαράλαχτη χιλιάδες χρόνια τώρα. Και στη σκηνή, κάτω από τον ίσκιο της βελανιδιάς; ταΐστρες ζώων και μαντριά!!
Παρά την ασχήμια του χώρου οι μαθητές απέδωσαν μέρη της κωμωδίας του Αριστοφάνη «Η ΕΙΡΗΝΗ» ύπο τους ήχους της φλογέρας του ηπειρώτη συναδέλφου Κ. Παπαγεωργίου, ο δε μικρός Σταύρος Κατσαραίος, που πολύ νεαρός «εξεδήμησεν εις Κύριον», ερμήνευσε με υποκριτική δεινότητά τον « Μήτρο στο δικαστήριο».
Λίγα μέτρα ανατολικότερα, στο πλάτωμα του λόφου, η αρχαία αγορά. Η καρδιά της δημόσιας ζωής της πόλης. Εδώ γινόντουσαν κάθε είδους κοινωνικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, εμπορικές συναλλαγές, μουσικοί και αθλητικοί αγώνες. Ένα συγκρότημα δημοσίων κτιρίων σε έκταση 25 στρεμμάτων με το Βουλευτήριο, το Ηρώο, στοές, αναθεματικά μνημεία, όλα σε τραγική κατάσταση. Ξεθεμελιωμένα εκ βάθρων από νεοέλληνες!
Μικρή αποζημίωση από το θλιβερό θέαμα που αντικρίσαμε πριν, πήραμε, όταν φτάσαμε στο ψηλότερο σημείο της πόλης, την Ακρόπολη. Γερά, «κυκλώπεια τείχη», με εσωτερικό περίβολο, όπου μια μεγάλη δεξαμενή νερού εξυπηρετούσε σε δύσκολες ώρες και ανατολικά, κατά το μέρος της Κατοχής, μικρογκρεμοί και πυκνές λαγκαδιές. «Βασιλικό παλάτι» ονομάζουν οι ντόπιοι την Ακρόπολη κι’ ένα μέγαλο μαρμάρινο κομμάτι που αιώνες τώρα βρίσκεται εκεί κατάχαμα και μοιάζει με σαρκοφάγο, «ο θρόνος του βασιλιά». «Κι εδώ οι πεθαμένες πέτρες του παρελθόντος στην αργή τους ιστορική εξάντληση. Στους Οινιάδες ερημιά παντού και χάος! Αναζητούσε ο λαός τον βασιλιά του, μα επάνω στο κάστρο πουθενά ψυχή ζώσα. Τότε αυτός θα ζει, είπαν, μέσα στης γης τα έγκατα, ανήλιαγος!»
Η θέα πανοραμική. Στα πόδια μας ο απέραντος κάμπος της Παραχελωίτιδας, ο καρπερός με το αφράτο χώμα, τα ασημένια νερά του Αχελώου, και στο βάθος η θάλασσα του Ιονίου, διάστικτη με τα νησιά των Εχινάδων: Σκοπάς, Κοτσιλάρης, Σκρόφα, Οξειά, Διόνι, Πεταλάς και τόσα άλλα. Σε πολύ μακρινούς χρόνους όλα αυτά ήταν Νύμφες, τις οποίες ο Αχελώος μεταμόρφωσε σε γραφικές νησίδες, γιατί είχαν την απερισκεψία να μη τον καλέσουν στο ξεφάντωμα που γιόρταζαν, ενώ είχαν καλέσει τον Διόνυσο και άλλους τοπικούς αγροτικούς θεούς.
Η δεύτερη έκπληξη, όταν, κατηφορίζοντας τα πέτρινα σκαλοπάτια έξω από την ανατολική πύλη, οδηγούμασταν στη «νεκρόπολη», το νεκροταφείο των Οινιαδών. Πρώτη φορά οι μαθητές έβλεπαν αρχαίους τάφους «λελατομημένους εκ πέτρας», κιβωτιόσχημους, ανοικτούς, να απλώνονται σ' όλη την πλαγιά, σε σειρές ή ακανόνιστα, με το ίδιο σκηνικό να επαναλαμβάνεται. Ερυθρόμορφα ή μελανόμορφα αγγεία με ωραία σχήματα διαλυμένα και σκορπισμένα παντού, μαρμάρινες πλάκες με αρχαία γράμματα και απεικονίσεις να έχουν γίνει συντρίμμια. Η μεγάλη καταστροφή και ιεροσυλία!
Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά κι οι πρώτες πράσινες σαύρες έκαναν την εμφάνισή τους, ενώ τεράστια ερπετά, τυφλίτες, δεντρογαλιές, σέρνονταν αργά, νωθρά πάνω στα γκρεμισμένα τείχη. Κίτρινη θάλασσα η πλαγία από ασφάκιες και αναλυτό χρυσάφι τα λουλούδια των σπάρτων.Ήταν καιρός κι εμείς να κατηφορίζουμε προς το νεώριο, «τους νεώσοικους».
Ένα τεράστιο οικοδόμημα στην είσοδο του λιμανιού με τη στέγη του να στηρίζεται σε υπερμεγέθεις κίονες με δωρικά κιονόκρανα, σκαλισμένα με τέχνη και χάρη, τους πύργους, τις ράμπες του, όπου σέρνονταν τα πλοία των αρχαίων, τη σκευοθήκη. Κι όλα αυτά, ένας σωρός ερειπίων, θαμμένος στον βαλτότοπο, απ’ όπου ανάβλυζαν άφθονα νερά, ιδανικό τόπο καταφυγής βατράχων και χελωνών και αληθινή διασκέδαση των μαθητών. Κάποιοι αναζητούσαν μέσα στα συντρίμμια και τα χαλάσματα τις «Κρικέλες», τους μεγάλους χάλκινους κρίκους από όπου οι Οινιαδίτες έδεναν τις αρχαίες τριήρεις.
Κι εδώ, που κάποτε ο χώρος έσφιζε από ζωή και δραστηριότητα, σήμερα τα συμπαθή τετράποδα απολάμβαναν τη δροσιά τους, ενώ η μεγάλη καλύβα καταμεσής, «βεβαίωνε του λόγου το ασφαλές»: την μετατροπή ενός μνημείου πολιτισμού μοναδικού ενδιαφέροντος σε χοιροστάσιο!
Μεσημέριασε. Το βουνό άρχισε να πυρώνει. Δεν ακουγόταν παρά το κουδούνισμα από τα γιδοπρόβατα που γύριζαν να σταλίσουν. Αναζητήσαμε κι εμείς λίγη δροσιά στον παχύ ίσκιο του γέρικου φράξου στην είσοδο του λιμανίου που κι αυτό σήμερα κάποιοι σύγχρονοι φρόντισαν να ξεριζώσουν! Το μεσημεριανό συμπόσιο (τσιμπούσι) εξαιρετικό. Σπανακόπιτες κατοχιανές, σπιτικές κουλούρες, παϊδάκια και κεφτεδάκια από γιδοπρόβατα Τρικαρδινά, όλα πεντανόστιμα και μοσχομύριστα, ύστερα από 4 ώρες περιπλάνηση!
Στην παρέα μας προστέθηκε τώρα κι ο μπαρμπα-Γιάννης ο Μπαλωμένος, ο οποίος εκείνη την ώρα έβγαινε από την καλύβα κρατώντας χλωρό τυρί, ολόφρεσκο που μόλις είχε φτιάξει και κατοχιανό κρασί και μας τα πρόσφερε.
Από μικρό παιδί εδώ κάτω με τα πράματα, ήξερε σπιθαμή προς σπιθαμή κάθε γωνιά του Τρίκαρδου και κάθε νεροσπηλιά. Και τι δεν μας είπε: για τον βασιλιά ανήλιαγο, το βασιλόπουλο εκείνο, που οι «μοίρες που το μοίρωσαν κατάρα είχαν κάνει, πως άμα ο ήλιος το ιδή, ευθύς θε να πεθάνη», για υπόγεια χάσματα και Φραγκοκκλησιές, για νεράιδες που χορεύαν στο φεγγαρόφωτο πάνω από τα βαθυπράσινα νερά της Λάμιας, για τη χρυσή γουρούνα με τα χρυσά γουρουνόπουλα που όλοι αναζητούν, για απόκοσμες φωνές που ακούγονται μέσ’ στη νύχτα.
Μας είπε και για τον φίλο του, τον αμερικανό αρχαιολόγο Bill που ερχόταν συχνά στον Τρίκαρδο, και για τον Σωτήρη απ’ τη Σταμνά, ο οποίος, τι είχε σκεφθεί ο αθεόφοβος! πώς θα μπορούσε να αποστραγγίσει το νερό της Λάμιας μήπως εκεί μέσα είχαν ρίξει οι κάτοικοι των Οινιαδών τους θησαυρούς τους, προτού υποδουλωθούν στους Ρωμαίους (146 π.Χ). Αυτά και άλλα πολλά έλεγε στα παιδιά ο μπάρμπα Γιάννης, που ρουφούσαν ό,τι άκουγαν. Ήθελαν να μάθουν. Κι έμαθαν πολλά εκείνη τη μέρα. Μας αποχαιρέτησε με την «άσπρη βαμβακιά», το δημοτικό παραδοσιακό τραγούδι:
«Άσπρη βαμβακιά η Παναγιώτα μου, άσπρη βαμβακιά είχα στην πόρτα μου. Μου την πήρανε με τα λουλούδια της, μου 'μειναν κι εμένα το τραγούδια της...». Το τραγούδησε με ξεχωριστή συγκίνηση και βαθύ αναστεναγμό. Το δάκρυ που κύλησε στο σκαμμένο απ΄ το χρόνο πρόσωπό του, η σφραγίδα κάποιας μακρινής θλιβερής του θύμησης…
Η περιπέτεια συνεχίστηκε και το απόγευμα. Μέσα απ’ τη βαλτώδη λαγκαδιά με την οργιώδη βλάστηση, ανιχνεύοντας, οδηγηθήκαμε στο αρχαίο λουτρό που ήταν σκεπασμένο από γέρικα αρμυρίκια και φτελιές και το οποίο μόνο με τις οδηγίες κάποιου χάρτη μπορούσες να εντοπίσεις.
Μετά κι από ΄να σύντομο πέρασμα απ’ τον ναό της Σώτηρας Αθηνάς, βρεθήκαμε έξω από το τείχος, στο νοτιοδυτικό μέρος της πόλης, όπου και η μεγάλη Λάμια. Ένα τεράστιο γήινο άνοιγμα, μια φυσική δεξαμενή νερού με απύθμενο βάθος. Γκριζοκόκκινοι βράχοι κρέμονται πάνω από την επιφάνεια του νερού, που το σκιάζουν πουρνάρια, αγριελιές και σκίνοι. Την αιώνια γαλήνη της ταράζουν που και που οι κρωγμοί των κορακιών και το σκούξιμο μεγάλων νυχτερίδων που κρέμονταν στις νεροσπηλίες. Αν κανείς έχει δυσκολία στο μεγάλο ύψος ή στο βάθος, καλό θα είναι να αποφύγει την επίσκεψή της!
Οι μαθητές έμειναν άφωνοι. Η θέα της και μόνο προκαλούσε φόβο και τρόμο. Είχαν ακούσει και τα προηγούμενα απ' τον μπαρμπα-Γιάννη και η φαντασία τους οργίαζε.
Ο Θανάσης Καλόκληρος, γεμάτος όλος περιέργεια και μικρόσωμος όπως ήταν, κρύφτηκε μέσα στους θάμνους και γλιστρούσε σιγά σιγά, θέλοντας να φτάσει ως το χείλος της. Τον αντιλήφθηκα μόλις την τελευταία στιγμή και αρπάζοντάς τον απ’ τα πλούσια σγουρά μαλλιά του, τον τράβηξα προς τα πίσω. Ας είναι καλά η αρχαία θεά Σώτηρα Αθηνά που έβαλε το χεράκι της!
Πήρε να σουρουπώνει και στην άκρη του ουρανού φάνηκε το πρώτο αστέρι. Το βουνό μύρισε θυμάρι και αλίφασκο, ενώ από το απέναντι βουνό της Καλχίτσας έφτανε ο απαλός ήχος την καμπάνας της Παναγίας της Φανερωμένης που σήμαινε εσπερινό. Οι τσοπάνηδες οδηγούσαν τα ζώα σε ψηλότερα μέρη για λίγη δροσιά κι εμείς έπρεπε να βιαστούμε.Η επιστροφή ανάλαφρη μετά απ' όσα είδαμε και ζήσαμε εκείνη τη μέρα, περιδιαβαίνοντας ανάμεσα στα ερείπια της αρχαίας πόλης των Οινιαδών, «στης Κατοχής τη χώρα».
Την επόμενη θα ’ρχιζε ο «πηγαιμός» για την «Ιθάκη».
Ένα ταξίδι μακρόχρονο «γεμάτο περιπέτειες, γεμάτο γνώσεις», συναρπαστικό και υπέροχο…!
Φιλικά
Γιώργος Ρόμπολας
«Καλό Πάσχα» σε όλους και ξεχωριστά στους ξενιτεμένους μας.
ΥΓ. Γιάννα Διαμάντη τ’ Μαρουλάκη, Θοδώρα και Γιώργο Διαμάντη ευχαριστώ. Η συγκίνηση μέχρι δακρύων.
Γιάννα, την αγάπη μου και τα θερμά φιλιά στις τρεις λιγερόκορμες συμμαθητριές μου της πάνω πλατείας: Ντίνα, Νίκα και Γερασμούλα.







